Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Oι φόροι, οι εισφορές και η κότα με τα χρυσά αυγά


Προκειμένου να διατηρηθούν με τη σημερινή τους μορφή το κράτος και το ασφαλιστικό σύστημα, αυτονόητη είναι η ανάγκη τους για τη διαρκή τροφοδότηση μέσω των φόρων και των εισφορών (μιας και τα ελλείμματα που καλύπτονταν με δανεικά μας τελείωσαν). Εάν δεν εισπραχθούν τα προϋπολογιζόμενα ποσά σε φόρους και εισφορές, το κράτος συνολικά αλλά και το ασφαλιστικό σύστημα ειδικότερα δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν σε βασικές τους υποχρεώσεις. Το κράτος, με τη σημερινή του μορφή επαναλαμβάνω, δεν θα μπορεί να κάνει προμήθειες και να καλύπτει μισθούς, ενώ το ασφαλιστικό σύστημα, εάν δεν μεταβληθεί η μορφή του, δεν θα μπορεί να καλύπτει συντάξεις και δαπάνες υγείας. Συνεπώς ή πρέπει να αλλάξει δραστικά το κράτος (και το ασφαλιστικό σύστημα) ή πρέπει να διασφαλισθεί η είσπραξη των φόρων και των εισφορών που θα το στηρίζουν.

Πώς όμως θα εισπράττονται επαρκείς φόροι και εισφορές, όταν το παραγόμενο προϊόν στη χώρα μειώνεται; Όταν τα εισοδήματα είναι μικρότερα, οι συναλλαγές λιγότερες; Με τη φορολόγηση άλλων στοιχείων, όπως της περιουσίας, καθώς και με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσεως. Αφήνοντας κατά μέρος το ερώτημα, εάν είναι δίκαιο να υποχρεώνονται οι πολίτες να πληρώνουν βαρύτερη φορολογία, για να συντηρούνται οργανισμοί που δεν αποφέρουν κάποιο όφελος για τον πολίτη, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι αποτελούν απλά εργαλεία για ρουσφετολογικές συναλλαγές (όπως ο Κρατικός – sic – Οργανισμός Εθελοντισμού «Έργο Πολιτών»), ανακύπτει ένα ακόμη πιο ουσιαστικό πρόβλημα: υπάρχει η πραγματική δυνατότητα να εισπραχθούν οι προϋπολογισθέντες φόροι και οι προϋπολογισθείσες εισφορές; Διότι εάν δεν μπορούν να εισπραχθούν, και μάλιστα στο χρόνο που πρέπει, τότε το σύστημα θα καταρρεύσει.

Την απάντηση την δίνει η ίδια η κυβέρνηση, αλλά και η πραγματικότητα. Επιβάλλει αυξημένους φορολογικούς συντελεστές ή φορολογεί απρόσοδη περιουσία συνεκτιμώντας ότι ένα σημαντικό μέρος των φορολογουμένων δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί. Για τους φορολογουμένους αυτούς έχει έτοιμες τις λύσεις: κατασχέσεις, ποινικές διώξεις κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές (ήδη υπολογίζονται σε 350.000 οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ που δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή). Κι εκεί το ίδιο. Και, άντε, να πούμε ότι η κυβέρνηση στίβει, στίβει, στίβει, κάτι εισπράττει. Και όσους δεν πληρώνουν, να τα πρόστιμα, να οι φυλακές, να η επί δεκαετία στέρηση της φορολογικής ενημερότητας. Υπολογίζει η κυβέρνηση πόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού τίθεται εκτός της οικονομικής δραστηριότητας; Αντιλαμβάνεται ότι με τα πρόστιμα και τις φυλακίσεις δημιουργεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση για ένα πολύ σημαντικό, και όλο και αυξανόμενο, μέρος των επιχειρηματιών; Ότι έτσι θα συρρικνώσει δραστικά τη φορολογική και ασφαλιστική βάση; Ότι το επόμενο έτος κι άλλοι εναπομείναντες δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις (που ενδέχεται ν' αυξηθούν κι άλλο, για να αναπληρώσουν το κενό που θα αφήνουν όσοι τίθενται εκτός παραγωγής φέτος);

Μόνο κάποιος κακόπιστος θα αρνηθεί την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα, όχι η πεποίθηση κάποιων ούτε η ιδεολογία, είναι ότι στη σημερινή Ελλάδα το κράτος δεν μπορεί να διατηρηθεί ως έχει. Ούτε το ασφαλιστικό σύστημα. Εάν δεν αλλάξουν, πολύ σύντομα η οικονομία δεν θα μπορεί να παράγει τους φόρους και τις εισφορές που θα είναι απαραίτητες για τη συντήρηση είτε του κράτους, είτε του ασφαλιστικού συστήματος. Και η ίδια η πραγματικότης υποδεικνύει και την υποχρεωτική κατεύθυνση προς τη λύση: μείωση των δαπανών του κράτους, ώστε να υπάρχει περιθώριο για μείωση των φόρων. Κατάργηση των εισφορών, εξορθολογισμός του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος για την κάλυψη των δαπανών υγείας. Όσοι αντιμετωπίζουν τους οικονομικώς ενεργούς συμπολίτες μας ως κότες που κάνουν χρυσά αυγά, θυμούνται ότι η παραγωγή των χρυσών αυγών σταμάτησε, μόλις σφάχθηκε η κότα.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Η τυρρανία της πλειοψηφίας και η οικουμενικότητα των δικαιωμάτων


- Για να μη διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός, πρέπει το κράτος να μη μειώσει τα έξοδά του, αλλά να αυξήσει τη φορολογία στους πλουσίους.
- Η κοινωνία δεν είναι ώριμη, ώστε να επιτραπεί σε ομόφυλα ζευγάρια να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης.
- Δεν επιτρέπεται να αναφερόμαστε στα "Σκόπια" με τη συνταγματική τους ονομασία (ως Δημοκρατία της Μακεδονίας, όπως τους έχει αναγνωρίσει όλος ο υπόλοιπος κόσμος), επειδή θα πλήξουμε την πατρίδα.
- Δεν γίνεται να έχουμε τα καταστήματά μας ανοικτά την Κυριακή, επειδή τα μικρομάγαζα θα εξαφανισθούν προς όφελος των κακών πολυεθνικών.

Τα παραπάνω δεν είναι ευχολόγια, δεν είναι κοινωνικές συμβάσεις, δεν είναι επιθυμίες. Είναι σχεδόν στο σύνολό τους νομοθετημένα. Όταν η αρχή της πλειοψηφίας δεν έχει τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων, τότε αποδεικνύεται στην πράξη ότι η πλειοψηφία δεν διστάζει να επιβάλλει τις ηθικές και άλλες επιλογές της στη μειοψηφία. Ή, ακόμη πιο αισχρά, να εκμεταλλεύεται τη μειοψηφία, να της κλέβει τον πλούτο. Α, και κάτι άλλο: προς υποστήριξη του καθενός από τα παραπάνω αιτήματα έχουν γίνει μαχητικές διαδηλώσεις (από βολεμένους συνδικαλιστές μέχρι καλόγερους με κομποσχοίνια).

Ο λαός λέει ότι "όποιος πονάει, γαϊδουρινά φωνάζει". Η πολιτική πράξη στη χώρα μας, τουλάχιστον μετά από τη Μεταπολίτευση, έχει αποδείξει το αντίθετο. Η πλειοψηφία διαμορφώνεται από τους φωνακλάδες. Φωνακλάδες όμως δεν είναι αυτοί που υποφέρουν, παρά είναι αυτοί που έχουν κάθε συμφέρον να αποφύγουν την αναλυτική συζήτηση, επειδή έχουν κάθε συμφέρον να αποκρύψουν ότι το αίτημά τους εν τέλει δεν ταυτίζεται με το "κοινό καλό" που συνήθως επικαλούνται, αλλά με το στενό προσωπικό τους συμφέρον (μια απλή επισκόπηση του ελληνικού "κοινωνικού κράτους" και της μεταφοράς πόρων από τους πιο φτωχούς στις πιο ευνοημένες συντεχνίες αποδεικνύει του λόγου το αληθές). Και το στενό προσωπικό συμφέρον υπηρετείται με την επιβολή της βουλήσεώς τους σε άλλους: αρπάζοντας όσα με μόχθο, με κόπους ζωής οι άλλοι έχουν κατακτήσει, για να τα οικειοποιηθούν οι ίδιοι - επιβάλλοντας ένα τρόπο συμπεριφοράς συμβατό με την επιβεβαίωση, ότι κάποιοι κατέχουν την εκ θεϊκής αποκαλύψεως αλήθεια κατ' αποκλειστικότητα - συντηρώντας μύθους και τεχνητές εντάσεις, για να δικαιολογήσουν τον προστατευτισμό που τους προφυλάσσει από τον πραγματικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για διεκδίκηση της ευημερίας όχι με την ατομική ή συνεργατική (οικεία βουλήσει) προσπάθεια, αλλά διαμέσου του σχηματισμού και της επιβολής της πλειοψηφίας (με τον τρόπο που αυτή σχηματίζεται) επί της μειοψηφίας, της βούλησης ενός ανθρώπου επί της βούλησης ενός άλλου, με μόνη ουσιαστική δικαιολογία την ισχύ της αριθμητικής πλειοψηφίας. 

Η έννοια του ατομικού δικαιώματος χάνεται στον ολοκληρωτισμό. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η δημοκρατία δεν αποκλείεται να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, ιδίως όταν η πλειοψηφία οδηγείται από αισθήματα όπως ο φθόνος και η μειονεξία. Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην πραγματικότητα, ειδικά σε μία χώρα όπου δεν υφίσταται ουσιαστικός έλεγχος της εξουσίας, όπου λείπουν τα ουσιαστικά checks and balances, καταλήγει να είναι ζήτημα αυτοπεριορισμού της πλειοψηφίας. Η αναγνώριση των ατομικών δικαιωμάτων όχι μόνον ως τυπικών θεσμών, αλλά στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα σέβεται η εκάστοτε πλειοψηφία, καθίσταται όλο και περισσότερο επιβεβλημένη. Ποιος όμως είναι ο κοινός άξονας μιας τέτοιας αναγνώρισης; Ότι βασικά έννομα αγαθά, όπως η περιουσία, ο ερωτικός αυτοπροσδιορισμός/ η ιδιωτικότητα, η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία του επιχειρείν - μένουν έξω από τη σφαίρα της δημόσιας επιβολής (εκτός εάν, με κάποιον τρόπο, θίγουν τα αντίστοιχα αγαθά άλλων). Τα αγαθά αυτά όλα έχουν συνάφεια με την προσωπικότητα, με την ατομικότητα καθ' αυτήν και το κράτος οφείλει να μην επεμβαίνει σ' αυτά, αλλά και να τα προστατεύει από επεμβάσεις άλλων ιδιωτών. Και, βέβαια, δεν πρέπει να γίνονται παρανοήσεις, όπως όταν συγχέεται η ελευθερία του επιχειρείν ως δικαίωμα με την επίτευξη κέρδους, ως προσδοκία. Δεν μπορεί επ' ονόματι της επίτευξης κέρδους ενός επιχειρηματία το κράτος να θέτει περιορισμούς στην ελευθερία του επιχειρείν ενός άλλου.

Σε ένα τέτοιο κοινό άξονα, τα δικαιώματα που συνδέονται με την περιουσία και την οικονομική λειτουργία δεν μπορούν να διαχωρίζονται με δικαιώματα που συνδέονται με μη-αμιγώς οικονομικές λειτουργίες των ανθρώπων. Η προσωπικότητα του ανθρώπου, για ν' αναπτυχθεί ελεύθερα, για να έχουμε παραγωγικότητα και ευημερία, τα έχει ανάγκη όλα. Αλλά δεν πρέπει να διατηρείται και η άλλη σύγχυση, ότι δήθεν υπάρχουν δικαιώματα που απονέμονται μόνο σε κάποιες κατηγορίες ανθρώπων, στις γλωσσικές ή εθνοτικές μειονότητες, στους ομοφυλόφιλους, στους νέους κ.λπ. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι οικουμενικά - αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ολόκληρες κατηγορίες ανθρώπων που αδικαιολόγητα αποκλείονται από κάποια από αυτά, οπότε ο αγώνας για την άρση αυτού του παράνομου αποκλεισμού μπορεί σχηματικά να ονομασθεί ως αγώνας για τα δικαιώματα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας. Έτσι, όταν κάποιος αγωνίζεται ώστε και τα ομόφυλα ζευγάρια να μπορούν να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με έννομες συνέπειες που αναγνωρίζει η Πολιτεία, σχηματικά λέμε ότι αγωνίζεται για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Στην πράξη, όμως, δεν αγωνίζεται για την αναγνώριση ενός ειδικού δικαιώματος μιας ειδικής κατηγορίας ανθρώπων, προσδιορισμένων κατά τις ερωτικές τους προτιμήσεις, αλλά για να μπορούν και οι ομοφυλόφιλοι να μην αποκλείονται από ένα οικουμενικό δικαίωμα με πρόσχημα την ερωτική τους προτίμηση.

Και, τέλος, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει η φράση "η κοινωνία δεν είναι ώριμη για να ..." (που επίσης, κατά κανόνα, σχετίζεται με δικαιώματα που έχουν να κάνουν με σύγχρονες μορφές συμβίωσης ή σχηματισμού οικογένειας). Στην πράξη σημαίνει ότι η κοινωνία δεν έχει ακόμη αποδεχθεί ότι δεν έχει το απόλυτο δικαίωμα να ελέγχει τι κάνει κάποιος στο κρεββάτι του ή μέσα στο σπίτι του, με ποιον συζεί, με ποιον συνευρίσκεται ερωτικά και με ποιον χτίζουν κοινό σπιτικό. Πρόκειται για μια δικαιολογία που πρέπει να εξαφανίσουμε από το δημόσιο διάλογο, εκτός κι εάν προτιμούμε να ζούμε σε ένα τεράστιο χωριό, όπου η ζωή μας καθορίζεται από τους τοπικούς κουτσομπόληδες. 


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Αστυνομία: το φαίνεσθαι και το είναι

Μία είναι η απολύτως αναγκαία προϋπόθεση, για να αποφύγουμε την πολιτική και κοινωνική ανωμαλία, την εκτεταμένη βεντέτα και αυτοδικία: να πιστέψει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ότι η συντεταγμένη Πολιτεία, και ειδικότερα η αστυνομία, έχει τη βούληση και την ικανότητα να επιβάλει το νόμο - και μάλιστα αντικειμενικά, αμερόληπτα. Ποιος θα πείσει κάποιον που νοιώθει απροστάτευτος από την αστυνομία ή και, ακόμη περισσότερο, δυνητικό θύμα της αστυνομικής αυθαιρεσίας να μη προσπαθήσει να βρει ο ίδιος το δίκαιό του; Είναι έργο που έχουμε ξαναδεί, και στο εξωτερικό και στη χώρα μας, με ολέθρια εξέλιξη.

Σήμερα διάχυτη είναι η πεποίθηση ότι η αστυνομία δεν είναι αμερόληπτη. Ότι ανέχεται επιλεκτικά ενέργειες από τη Χρυσή Αυγή - καταγγέλλονται επανειλημμένες πράξεις βίας κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας που συνάντησαν την αδιαφορία της αστυνομίας, περίεργη συμπεριφορά κατά τις διαδηλώσεις που φθάνει σε σημείο σύμπραξης μεταξύ αστυνομίας και Χρυσής Αυγής, εκτιμάται ότι τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας είναι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής κατά 50%, ενώ πολύ προφανές παράδειγμα είναι και η ανοχή που επεδείχθη στην κατάληψη στην Κακαβιά. Αν σ' αυτά προστεθούν και οι καταγγελίες για βία κατά μεταναστών εκ μέρους στελεχών της ίδιας της αστυνομίας, είναι σαφές ότι η αστυνομία, δικαίως μάλλον παρά αδίκως, δεν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία (όχι τόσο για το τι ψηφίζουν οι αστυνομικοί, όσο για τις υπόλοιπες πράξεις και παραλείψεις).

Η έλλειψη της έξωθεν καλής μαρτυρίας έχει και μια ακόμη δυσμενή συνέπεια: εμποδίζει συναισθηματικά και ηθικά τους πολίτες να συνδράμουν την αστυνομία στο έργο της, ειδικά όταν πρόκειται για την παρεμπόδιση επεισοδίων ή καταστροφών, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι η αστυνομία εκμεταλλεύεται τις πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει από τους πολίτες, για να μεροληπτήσει υπέρ της Χρυσής Αυγής και κατά των πολιτικών της αντιπάλων. Ο πολίτης που, υπό άλλες συνθήκες, θα συνεργαζόταν με την αστυνομία, θεωρεί ότι γίνεται σπιούνος, χαφιές, καρφί κ.λπ.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σε μια συντεταγμένη Πολιτεία η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν είναι απλή θεωρητική άσκηση, αλλά προϋπόθεση για την ομαλότητα. Και, προκειμένου να θεμελιωθεί η εμπιστοσύνη αυτή, μετά από όλα αυτά, η αστυνομία είναι που πρέπει να αλλάξει και την εικόνα της, αλλά και τις μεθόδους της. Συνήθως αυτό σημαίνει περισσότερη διαφάνεια και περισσότερο εξωτερικό έλεγχο (όχι, όμως, στο βαθμό που θα θίγεται η υπηρεσιακή αυτοτέλεια της αστυνομίας). Ο έλεγχος μπορεί να είναι δικαστικός, κοινωνικός, τεχνολογικός (λ.χ. ανακρίσεις με βιντεοσκόπηση), η αστυνομία μπορεί να αναπτύξει συνεργασία με τις μεταναστευτικές κοινότητες, με συλλογικότητες, ο διάλογος πρέπει να αντικαταστήσει την καχυποψία. Σε πολύ πιο περίπλοκες καταστάσεις, με τεράστιες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ αστυνομικών και πολιτών και κοινοτήτων μεταξύ τους, έχουν εφαρμοσθεί με επιτυχία κάποιες από τις παραπάνω μεθόδους.

Φυσικά και οι αστυνομικοί δεν πρέπει να αντιμετωπισθούν από τις προϊστάμενες υπηρεσιακές και πολιτικές αρχές ως κατά τεκμήριο κακοί και διεφθαρμένοι. Αλλά αναγκαίο περιεχόμενο των ημερησίων διαταγών και της εκπαίδευσής τους πρέπει να είναι και η προσέγγισή τους στο σύνολο των πολιτών. Το καθήκον τους είναι να φροντίζουν για την τήρηση της νομιμότητας ανεξαρτήτως προσώπων - το ποινικό μας δίκαιο τυποποιεί πράξεις, όχι φρονήματα ή προσωπικές ιδιότητες. Γνωρίζουμε ότι το καθήκον αυτό είναι δύσκολο, επικίνδυνο και δεν αμείβεται όπως πρέπει. Αλλά, χωρίς να φταίνε πολλοί από τους αστυνομικούς, υπάρχει μια σχηματισμένη εικόνα από μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας εις βάρος τους. Είναι προς το συμφέρον τους, και προσωπικό και υπηρεσιακό, να την ανατρέψουν.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Κράτος δικαίου: ο στόχος του φασισμού

Τι σημαίνει "δέχομαι το κράτος δικαίου"; Σημαίνει ότι, ακόμη κι εάν ο χειρότερος εγκληματίας κάνει το χειρότερο έγκλημα εις βάρος του πιο αγαπημένου μου προσώπου, δεν πρόκειται να βγω παγανιά να τον πιάσω και να τον εκτελέσω (μόνος ή οργανώνοντας απόσπασμα), ούτε μια τρίχα του δεν θα πειράξω. Θα ζητήσω να το κάνει αυτό η Πολιτεία. Και αν η Πολιτεία, παρ' ελπίδα, τον απαλλάξει, θα το αποδεχθώ. Σημαίνει ότι ακόμη κι εάν ανήκω στη συντριπτική πλειοψηφία, σέβομαι τα θεμελιώδη δικαιώματα της μειοψηφίας, το δικαίωμά τους να έχουν άλλη θρησκεία ή καταγωγή ή ερωτική προτίμηση από μένα, να τους κάνουν ευτυχισμένους άλλα πράγματα από αυτά που κάνουν εμένα ευτυχισμένο. Δεν θα διανοηθώ να τους επιβάλω τις δικές μου αντιλήψεις.

Τι σημαίνει "αποδέχομαι την οχλοκρατία"; Σημαίνει ότι δεν με πειράζει να λυμαίνονται τη γειτονιά μου, την πόλη μου, τη χώρα μου συμμορίες -μαφιόζικες, πολιτικές, επαναστατικές, ιδεαλιστικές, δεν έχει σημασία- που αποφασίζουν οι ίδιες και εφαρμόζουν το δίκαιο, που είναι ταυτοχρόνως εισαγγελείς, αστυνομικοί, δικαστές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Καλά, ποτέ δεν θα βγω να πω "αποδέχομαι την οχλοκρατία" ή κάτι τόσο στομφώδες. Θα πω, όμως, "καλά κάνουν τα παιδιά, τα πνίγει το δίκαιο". Θα φωνάξω, ενδεχομένως, τα καλόπαιδα αυτά να επανορθώσουν μιαν αδικία που θεωρώ ότι υπέστην ο ίδιος, να αποδώσουν δικαιοσύνη. Θα αδιαφορήσω επειδή ασκούν λίγο περισσότερη βία από την απαραίτητη, "έλα μωρέ τα παιδιά, σιγά, για καλό το έκαναν". Δεν θα με πειράξει που θα τα βάλουν με τίποτε περιθωριακές ομάδες - ξένους, αλλόθρησκους, αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους. "Τι θέλουν κι αυτοί και ζουν ανάμεσά μας; Δεν πάνε κάπου αλλού, να κάνουν τα δικά τους";

Σε κάποιες άλλες χώρες, όπως ήδη ξέρουμε, κάποιοι αποδέχθηκαν την οχλοκρατία και φρόντισαν να καπαρώσουν θέσεις, ώστε να είναι με την πιο δυνατή συμμορία. Μελανοχίτωνες, πορεία προς τη Ρώμη - εγκαθιδρύθηκε από μία συμμορία ο φασισμός. Σε δέκα χρόνια περίπου το ίδιο έργο επαναλήφθηκε στη Γερμανία. Καθιερώθηκε ο εθνικοσοσιαλισμός. Βία, τσαμπουκάς, στην αρχή, μεγαλύτερη ή μικρότερη νομιμοποίηση μέσω εκλογών ενίοτε, κατάλυση των δικαιωμάτων όσων δεν ανήκαν στις συμμορίες εν τέλει. Συντάγματα, ατομικά δικαιώματα, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ό,τι συγκροτεί το κράτος δικαίου, όλα αυτά αντιμετωπίσθηκαν ως αφόρητες τυπικότητες.

Η οχλοκρατία είναι το όπλο των φασιστών (ανεξαρτήτως ειδικότερου "ιδεολογικού" προκαλύμματος). Στο τέλος θα φέρει αλληλοσφαγή και εμφύλιο, μέχρις ότου επικρατήσει μία μερίδα με τη βία - και πιο πολλές πιθανότητες έχει η μερίδα που εκπαιδεύει στρατιωτικά τα μέλη της σε θερινές κατασκηνώσεις. Και δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο μέσα από τους θεσμούς, αυτές τις "αφόρητες τυπικούρες" που συγκροτούν το κράτος δικαίου. 

Οι στιγμές είναι κρίσιμες, επειδή η ένταση, το μίσος, αλλά και η ταραχή και η στενοχώρια στην είδηση ότι ένας συνάνθρωπός μας δολοφονήθηκε, πιθανότατα για πολιτικούς λόγους, μπορεί να πυροδοτήσουν ένα νέο γύρο αυτοδικίας, συγκρούσεων, οχλοκρατίας. Ο φερόμενος ως δράστης πρέπει να δικασθεί, τυχόν εμπλοκές πολιτικού κόμματος πρέπει να διερευνηθούν και τα αποδεικτικά στοιχεία να προσκομισθούν σε δικαστήριο και η καταδίκη να γίνει μόνον εάν υπάρχει βεβαιότητα περί την ενοχή των κατηγορουμένων. Από το φυσικό του δικαστή, χωρίς να πάρουμε εμείς το νόμο στα χέρια μας, χωρίς να θελήσουμε οι ίδιοι να απονείμουμε δικαιοσύνη. Η ανάγκη για νηφαλιότητα μεγάλη όσο ποτέ - εάν χάσουμε την ψυχραιμία μας, εάν συμβάλουμε στην κατάλυση του κράτους δικαίου, τότε οι φασίστες θα έχουν πετύχει το στόχο τους. Η εγκαθίδρυσή τους στην εξουσία θα είναι απλώς θέμα χρόνου.

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Προσοχή! Το ΑΕΠ παραπλανά!

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (στο εξής ΑΕΠ) είναι μια απλουστευτική αποτύπωση του μεγέθους που έχει η οικονομική δραστηριότητα μέσα στα όρια ενός κράτους. Επισήμως είναι "η συνολική αξία, σε χρηματικές μονάδες, των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σ' ένα συγκεκριμένο έτος" (ορισμός από το σχολικό βιβλίο, που διάβασα εδώ και επιβεβαίωσα και αλλού - άλλως αποτυπώνεται ως "ιδιωτική κατανάλωση + ακαθάριστο σύνολο επενδύσεων + δημόσιες δαπάνες, πλην μεταβιβαστικών, + εξαγωγές - εισαγωγές" - διαβάστε εδώ την ιστορία και τη χρήση του ΑΕΠ ως οικονομικού μεγέθους). Όπως κάθε απλούστευση, έχει τη δυνατότητα συνοπτικά να δώσει, σε επίπεδο τάξεως μεγέθους, μια σοβαρή ένδειξη για την κίνηση μιας οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η προσκόλληση στο συγκεκριμένο δείκτη ενδέχεται ν' αποκρύπτει τις ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας, όπως της ελληνικής, και, ακόμη περισσότερο, να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και ατυχείς αναλογίες, όταν χρησιμοποιείται σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη άλλων οικονομιών.

Πρόκειται για θέμα που, προφανώς, δεν θίγεται για πρώτη φορά σ' αυτή την ανάρτηση - διαβάστε, χαρακτηριστικά, αυτό το άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises. Όμως έχει ενδιαφέρουν να τεθούν κάποιοι προβληματισμοί για τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ και τη χρήση του στη συζήτηση στη χώρα μας. Ήδη από τον ορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί μια στρέβλωση στην εκτίμησή του στη χώρα μας: προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος που παράγεται στη χώρα μας, ανατρέχουμε στην τιμή, με την οποία αυτό αγοράζεται. Προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία των υπηρεσιών του Δημοσίου ουσιαστικά αθροίζουμε τους μισθούς που δίνει το Δημόσιο - ανεξαρτήτως του ουσιαστικού αντικρίσματος των υπηρεσιών αυτών στην κοινωνία. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι η παραγωγικότητα του Δημοσίου είναι τόση, όσες και οι δαπάνες που αυτό πραγματοποιεί - μια προφανώς αυθαίρετη υπόθεση, δεδομένου ότι η "τιμόλογηση" των υπηρεσιών του Δημοσίου δεν γίνεται σε συνθήκες αγοράς, αλλά αποδεικνύεται στην πράξη και διαχρονικά (μιλώντας για την Ελλάδα) ότι στηρίζεται στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων είτε από τη φορολόγηση, είτε από τον εξωτερικό δανεισμό. Πρέπει, αντιστοίχως, να επισημανθεί ότι για την εύρεση του ΑΕΠ δεν υπολογίζεται η δαπάνη για συντάξεις, καθώς αυτές περιλαμβάνονται στις λεγόμενες "μεταβιβαστικές πληρωμές", αυτές, δηλαδή, που γίνονται χωρίς να αντιστοιχούν σε παραγωγή.

Να λοιπόν που ήδη σε μια οικονομία, κατά βάση κρατικιστική, μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα στρεβλής παρουσίασης της πορείας του ΑΕΠ: στη χώρα μας οι δαπάνες για μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή για επιχορήγηση νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες επίσης καταλήγουν σε μισθούς των υπαλλήλων τους, ξεπερνούν τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ - και συμβάλλουν στο ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας μας, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 185 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2013. Η μισθοδοσία αυτή, δηλαδή, αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% του ΑΕΠ. Ας πούμε ότι, μέσα σε ένα χρόνο (ή και σε περισσότερα), ποσοστό των  υπαλλήλων που αντιστοιχεί σε 10% της συνολικής μισθοδοσίας, ήτοι 2 δισεκατομμύρια, έβγαιναν στη σύνταξη και δεν γίνονται προσλήψεις για να καλυφθούν τα κενά, πράγμα που βιώνουμε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Κάτι τέτοιο από μόνο του συνεπάγεται μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 1%, η οποία απλώνεται χρονικά στο διάστημα, κατά το οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι (ας πούμε 150.000, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση ότι μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια) γίνονται συνταξιούχοι και παύουν να λαμβάνουν μισθό (που υπολογίζεται για την εύρεση του ΑΕΠ) και αρχίζουν να λαμβάνουν σύνταξη (που δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του ΑΕΠ). Φαινομενικά, δηλαδή, η συνταξιοδότηση υπαλλήλων αφ' εαυτής συνεπάγεται ύφεση (= μείωση του ΑΕΠ) επειδή, σύμφωνα με τη θεωρία, μειώνεται αναλόγως και η παραγωγικότητα του Δημοσίου. Προσωπικά δεν διαπίστωσα αύξηση της παραγωγικότητας του Δημοσίου το 2009 σε σχέση με το 2004, διάστημα κατά το οποίο αυξήθηκε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων κατά 170.000 περίπου, ούτε κάποια μείωση της παραγωγικότητας μεταξύ 2010 και σήμερα, που έχουν συνταξιοδοτηθεί περί τους 150.000 υπαλλήλους.
 
Αλλά αυτό είναι μάλλον ήσσονος σημασίας παράδειγμα - κάπως ενδεικτικό, όμως, της παραπλανητικής χρήσης των όρων "ύφεση" και "ανάπτυξη" αποκλειστικά ως όρους που καταδεικνύουν τη μείωση ή την αύξηση του ΑΕΠ. Εάν δεχθούμε, όπως σ' αυτό το άρθρο, ότι ανάπτυξη είναι ουσιαστικά μόνο η βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας οικονομίας, η "ανάπτυξη" που βίωσε η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες είναι μάλλον πλασματική ή, για να το θέσουμε αλλιώς, η εικόνα που έδινε η αύξηση του ΑΕΠ μέχρι και το 2007 (σημειωτέον ότι ήδη το 2008 είχε μειωθεί ελαφρώς και μειώθηκε κατά 3,8% το 2009) για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν παραπλανητική.
 
Παρόμοια παραπλάνηση μπορεί να προκύψει, όταν χρησιμοποιείται το ΑΕΠ της χώρας μας συγκριτικά με το ΑΕΠ άλλων οικονομιών, κυρίως για να προσδιορισθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε δαπάνες, είτε έσοδα του κράτους σε σύγκριση με άλλες χώρες που θεωρούμε παραδείγματα οικονομικών που λειτουργούν καλά. Ειδικά στα έσοδα, πολλές φορές γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ και την επιβάρυνση των πραγματικά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Κατ' αρχάς, δεν αποτυπώνεται στο ΑΕΠ ο λόγος του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού σε σχέση με τον μη-ενεργό πληθυσμό (άνεργοι, συνταξιούχοι, ανήλικοι κ.λπ.). Περαιτέρω, το ΑΕΠ αποτυπώνει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, των πωλουμένων προϊόντων ή παρεχομένων υπηρεσιών, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της ουσιαστικής χρηστικότητάς τους ή, ακόμη περισσότερο, μεταξύ της δυνατότητάς τους να οδηγήσουν σε εισροές συναλλάγματος ή τις ανάγκες τους για εκροές συναλλάγματος - ή, όπως λέγεται περισσότερο επιστημονικά και αναλύεται σ' αυτό το άρθρο από τον κ. Χρήστο Ιωάννου, μεταξύ του τομέα διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών και του τομέα μη διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκω σ' αυτό εδώ το άρθρο. Ο συγγραφέας του θέλει ν' αποδείξει ότι η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας δεν είναι και πολύ σπουδαία - ούτε και η δαπάνη μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων. Και για να το κάνει αυτό, ανάγει τα αντίστοιχα νούμερα σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο συγκρίνει στη συνέχεια με τα ποσοστά άλλων, ανεπτυγμένων κρατών. Αν όμως ίσχυαν αυτά που αναφέρει ως συμπέρασμα ο κ. Μανόλης Βασιλάκης παραπάνω, η χώρα μας θα είχε σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ και θα προσείλκυε άμεσες ξένες επενδύσεις. Ωστόσο, δεν ισχύουν - επειδή το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Η φορολογική επιβάρυνση (εξαιρώντας τη φορολογία επί της ακινήτου περιουσίας) δεν επιβαρύνει το σύνολο του πληθυσμού, αλλά κυρίως την παραγωγική βάση η οποία είναι, στην Ελλάδα των 1.500.000 ανέργων, των 3.000.000 συνταξιούχων και των 1.000.000 υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα (για να μη προστεθεί και τουλάχιστον 1.000.000 ελευθέρων επαγγελματιών που υπολειτουργούν), ιδιαιτέρως περιορισμένη. Είναι δηλαδή ιδιαιτέρως σοβαρή για κάποιον που επενδύει - καθώς η συρρίκνωση της φορολογικής βάσεως και η ανάγκη διατήρησης σε υψηλά επίπεδα των φορολογικών εσόδων ("ανάγκη", όπως την αντιλαμβάνεται η παρούσα κυβέρνηση, δηλαδή) κατ' ανάγκην συνεπάγεται την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της φορολογικής βάσεως που διαρητείται.
 
Περισσότερο από το ΑΕΠ πρέπει να μας απασχολεί η πραγματική παραγωγική βάση της οικονομίας μας. Ενδεχομένως, το πιο ενδεικτικό μέγεθος για την υγεία της παραγωγής και της οικονομίας μας είναι το εμπορικό ισοζύγιο ή, συνεκτιμώντας και την οικονομία συνολικότερα, το ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό υπολογίζεται για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, ότι θα είναι φέτος αρνητικό κατά μόλις 0,5% επί του ΑΕΠ. Ακόμη κι εδώ, όμως, είναι απαραίτητες οι διευκρινίσεις που δίνονται σ' αυτό το άρθρο του κ. Κώστα Καλλίτση: η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών οφείλεται κυρίως στη μείωση των τόκων και των εισαγωγών, όχι από κάποια σπουδαία αύξηση των εξαγωγών. Επιπλέον, η διάρθρωση της οικονομίας καθιστά τις εξαγωγές δυσκολότερες, καθώς οι περισσότερες εξαγωγικές δραστηριότητες, κατά 65%, είναι προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ η αξία των εισροών που απαιτούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν που πρόκειται στο τέλος να εξαχθεί, κυμαίνονται από το 35% μέχρι το 85% της αξίας του προϊόντος.
 
Τα παραπάνω προβλήματα δεν αποτυπώνονται στο ΑΕΠ. Η χώρα μας, δυστυχώς, έχει πολλές ιδιαιτερότητες, που καθιστούν παραπλανητικό το ΑΕΠ ως ένδειξη για την ανάπτυξη ή την ύφεσή της, πολύ περισσότερο για τη σύγκρισή της με άλλα, περισσότερο επιτυχημένα, οικονομικά μοντέλα. Χωρίς αυτό να ακυρώνει την αξία του ΑΕΠ, είναι ανάγκη η δημόσια συζήτηση να αφιερώνεται λίγο περισσότερο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παραγωγής - έτσι θα περιγραφούν καλύτερα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και οι ελλείψεις της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας και, αντίστοιχα, θα γίνει αντιληπτός και ο ρόλος που έχει παίξει το κράτος στην καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Το αποτυχημένο μνημόνιο που αύξησε το δημόσιο χρέος

"Τι μου λες για το μνημόνιο - έχει αποτύχει, αφού αύξησε το δημόσιο χρέος μας".
(λαϊκή ρήση)
 
Το κατά πόσον έχουν εφαρμοσθεί τα μνημόνια είναι μία συζήτηση. Εάν έχουν γίνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, εάν με αφορμή την κρίση θα μπορούσαμε να προσβλέπουμε σε μίαν άλλη Ελλάδα είναι άλλη συζήτηση. Αλλά να λέμε ότι το μνημόνιο απέτυχε, επειδή το χρέος παρ' όλα αυτά αυξήθηκε, ε, συγγνώμη, αυτό δείχνει ασχετοσύνη. Δεν θα το έγραφα τόσο έντονα, εάν δεν έβλεπα ότι ακόμη και σήμερα, 4 χρόνια μέσα στην κρίση, κάποια πράγματα δεν τα έχουμε καταλάβει ακόμα, παρά την τεράστια ροή πληροφοριών που είχαμε.
 
Ας πάμε στο πιο απλό: ότι το μνημόνιο δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος. Για να παραμείνει το δημόσιο χρέος στο ίδιο επίπεδο το 2010 σε σχέση με το 2009 θα έπρεπε να γίνει κάτι απλό το 2010: να μη ξοδέψει το κράτος περισσότερα από όσα θα εισέπραττε. Με δεδομένο ότι το 2009 το κράτος ξόδεψε 36 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισέπραξε, η απλή λύση θα ήταν να βρει τρόπο να ξοδέψει 36 δισεκατομμύρια λιγότερα το 2010 και να διατηρήσει τα έσοδά του στο ίδιο επίπεδο. Μια διόρθωση της τάξεως των 10-13 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2010 έγινε μέσα από φοβερά επώδυνες περικοπές και σημαντικές αυξήσεις φόρων. Θα έπρεπε όλα αυτά να έχουν γίνει στο τριπλάσιο σχεδόν. Μόνο τότε θα είχε διατηρηθεί το δημόσιο χρέος στα ίδια επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς.
 
[Θα πει κάποιος: μα, αν καταπολεμούσαμε τη φοροδιαφυγή, θα είχαμε κλείσει το κενό χωρίς μειώσεις δαπανών. Μάλιστα. Ακόμη κι εάν υποθέσουμε ότι κάπως θα βρίσκαμε 36 δισεκατομμύρια από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, υπενθυμίζουμε ότι ο στόχος του πρώτου μνημονίου, πολύ λιγότερο φιλόδοξος, για 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που θα προέκυπταν από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ετησίως, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Προφανώς η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ήταν ευχή των δανειστών μας, δεν μπορούμε σ' αυτούς να επιρρίψουμε τη σχετική αποτυχία.]
 
Βέβαια, αν το καλοδούμε, εξ αρχής δεδομένο αποτέλεσμα του μνημονίου ήταν να αυξήσει το δημόσιο χρέος προτού ν' αρχίσει να το μειώνει - ή, για να ακριβολογούμε, να μας επιτραπεί να συνεχίσουμε να κάνουμε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς για μερικά χρόνια. Για να μη χρεωκοπήσουμε, αλλά προκειμένου να μπορούμε να εξοφλούμε τις υποχρεώσεις* χωρίς να κόψουμε αμέσως και με το μαχαίρι 36 δισεκατομμύρια ευρώ δαπανών το χρόνο, αλλά να τα κόβουμε σταδιακά, ήλθαν οι ("μνημονιακοί") δανειστές μας και μας εξυπηρέτησαν. Απλώς, το χρέος αυξήθηκε με πολύ βραδύτερο ρυθμό, σε σχέση με αυτό που θα συνέβαινε, εάν συνεχίζαμε να δανειζόμαστε από τις αγορές (υπόθεση τουλάχιστον αμφίβολη). Σκεφθείτε να δανειζόταν η Ελλάδα τα ίδια ποσά (ή και περισσότερα, εάν δεν έκανε δημοσιονομική προσαρμογή) με επιτόκια της τάξεως του 7% ετησίως (επίτηδες υπερβολικά αισιόδοξη η εκτίμηση). Σε σχέση με το 3% και λιγότερο που δανείζεται με βάση το μνημόνιο - θα είχε μεγαλύτερη ή μικρότερη επιβάρυνση του δημοσίου χρέους της;
 
Επομένως, όσα στραβά και να βρει κανείς στο μνημόνιο ή την εφαρμογή του, η επιβάρυνση του δημοσίου χρέους δεν είναι ένα από αυτά. Και όποιος λέει τα αντίθετα, λυπάμαι, αλλά μάλλον δεν έχει μπει στον κόπο να πολυεξετάσει τι συμβαίνει. Μάλλον η κοσμοθεωρία του καλύπτεται πλήρως από σιωνιστικές συνωμοσίες και ηλιθιογόνα αέρια.

* θεώρηση σχηματική, δεδομένων και των πολύ μεγάλων παλαιότερων ομολόγων που έληγαν και καθίσταντο ληξιπρόθεσμα την περίοδο 2010-2012.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Εξορθολογισμός/ μείωση του κράτους, απολύσεις και δομές

Πολλές συζητήσεις πάνε στράφι, επειδή οι συνομιλητές αποδίδουν διαφορετική έννοια ο καθένας στην ίδια λέξη. Μιλήστε για "μείωση του κράτους": κάποιοι θα το ερμηνεύσουν ως απόλυση ενός αριθμού υπαλλήλων και τίποτε περισσότερο, ως αυτοσκοπό, και θα ασκήσουν κριτική στους υποστηρικτές της μείωσης, τους ανάλγητους, τους νεοφιλελεύθερους και τα υπόλοιπα γνωστά. Θα αντιτείνουν ότι αυτό που χρειάζεται το κράτος δεν είναι η μείωση, αλλά ο εξορθολογισμός του και η αναδιάρθρωσή του.

Αναδιάρθρωση, ή εξορθολογισμός, του κράτους για πολλούς σημαίνει μετακίνηση υπαλλήλων από δω και από κει, ώστε να καλύπτονται κενά σε μια υπηρεσία από τους πλεονάζοντες σε άλλην. Αλλά για άλλους (και για το γράφοντα) σημαίνει κατά βάσιν κάτι ελαφρώς διαφορετικό: είναι η διαδικασία που ακολουθεί τη συζήτηση για τις παροχές που πρέπει να αναμένει ο πολίτης από το κράτος και για τον τρόπο, με τον οποίο οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχονται ή θα διασφαλίζονται.

Φυσικά σε μια περίοδο κρίσης οι επιλογές περιορίζονται και το χρονικό εύρος της συζήτησης επίσης. Δεδομένο, μάλιστα, το οποίο το γνωρίζαμε ήδη από την εποχή των παχιών αγελάδων (επειδή έτσι λειτουργούσε το σύστημα) είναι ότι το κράτος δεν σχεδιάσθηκε με άξονα τις ανάγκες των πολιτών για παροχές, αλλά τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος για έλεγχο του δημοσίου χρήματος και διανομή του κατά τρόπο που θα μεγιστοποιούσε την εκλογική επιρροή. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ήταν ότι το κράτος μεγεθύνθηκε με μοναδικό σκοπό να διευρυνθούν οι δυνατότητες για διορισμούς, οι οποίοι διασφάλιζαν στους διορίζοντες (ή στους μεσολαβούντες) την πίστη όχι μόνο του διοριζομένου, αλλά και των οικείων του τουλάχιστον για μια γενιά. Αυτό το γνωρίζουμε - και είναι βέβαιο, για το λόγο αυτό, ότι οποιαδήποτε εξορθολογιστική αναδιάρθρωση του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, στην Ελλάδα της κρίσης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη μείωσή του και στην απαλλαγή από τους άχρηστους δημοσίους υπαλλήλους.

"Άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι" - άλλη μια έννοια, στην οποία αποδίδονται διάφορα νοήματα. Πολλοί θεωρούν τις έννοιες "άχρηστοι υπάλληλοι" και "δημόσιοι υπάλληλοι" ως ταυτόσημες. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι είτε όσοι δεν έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη θέση που καλύπτουν, είτε δεν αποδίδουν (είτε λόγω ανικανότητας, είτε εσκεμμένα). Η εξεύρεση των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων γίνεται μέσω της ατομικής αξιολόγησης, η οποία αποτελεί και κίνητρο τουλάχιστον για τη βελτίωση της παραγωγικότητας όσων φοβούνται ότι θα αξιολογηθούν αρνητικά. 

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος ορισμός των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων, ευρύτερος. Πίσω από την κακόηχη αυτή φράση κρύβονται όλοι όσοι δεν αποδίδουν στον πολίτη κάτι. Είτε για τους παραπάνω υποκειμενικούς λόγους, είτε επειδή η υπηρεσία τους η ίδια δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είτε επειδή χάνεται το ταλέντο τους και η προσπάθειά τους μέσα σε ένα δυσλειτουργικό δημόσιο οργανισμό. Οι υπάλληλοι αυτοί, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα οικονομικό βάρος στο κράτος ακόμη κι όταν δεν φταίνε οι ίδιοι, ακόμη κι εάν απέδιδαν άριστα σε μιαν άλλη υπηρεσία - και, αν συνδυάσουμε την οικονομική επιβάρυνση από τη μισθοδοσία τους με την επιβάρυνση της κοινωνίας με τη γραφειοκρατία που συνήθως οι οργανισμοί τους κουβαλούν (ή την αλλοίωση του ανταγωνισμού, εάν πρόκειται για κρατικές επιχειρήσεις), η ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτούς είναι σαφής.

"Βάρος", να "απαλλαγούμε", πολύ βαριές δεν είναι αυτές οι εκφράσεις, όταν μιλάμε για ανθρώπους; Δεν είναι απαξιωτικές; Όχι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός, αλλά στις θέσεις που καταλαμβάνουν. Και η συζήτηση είναι πολλές φορές στρεβλή, επειδή την αναδιάρθρωση του κράτους τη συζητάμε όχι σε μηδενική βάση, ως θα ωφείλαμε, αλλά στη βάση των ήδη υπαρχουσών κρατικών δομών, μολονότι έχουμε δεχθεί ότι αυτές είναι προβληματικές και εξυπηρετούν το πολιτικό σύστημα και όχι το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες. Συζητώντας σε μηδενική βάση θα έπρεπε να δικαιολογούμε το κάθε ευρώ που ξοδεύει το κράτος (και το παίρνει από τους πολίτες, διά της φορολογίας, υποχρεωτικά, δηλαδή ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους) και την κάθε θέση εργασίας που καθιερώνει. Στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα γίνεται το ακριβώς ανάποδο: θεωρείται δεδομένο το σημερινό κράτος και πρέπει να αιτιολογηθεί ειδικά η κατάργηση κάποιας υπηρεσίας. Θεωρείται κατ' αρχήν δεδομένη, δηλαδή, η υποχρέωση των πολιτών να φορολογούνται, για να διατηρούν υπηρεσίες, οι οποίες δεν τους προσφέρουν κάτι.

Αποτέλεσμα αυτού του στρεβλού διαλόγου είναι και η θεώρηση ότι το κράτος το ζημιώνουν μόνο οι "κακοί" υπάλληλοι, αυτοί δηλαδή που υποκειμενικά δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποδώσουν στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους (και ανεξαρτήτως της χρησιμότητας της υπηρεσίας ή μη). Έτσι, ακούγεται εύκολο και όχι και τόσο "ανάλγητο" να λέμε ότι θα τους εντοπίσουμε τους κακούς, όπου κι αν βρίσκονται, και θα τους διώξουμε - κάτι τέτοιο, στο κάτω-κάτω, θα ικανοποιούσε και το γενικότερο περί δικαίου αίσθημα. Μια τέτοια θεώρηση, όμως, είναι ελαφρώς λαϊκιστική και πολλαπλώς χιμαιρική, ειδικά στη σημερινή Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει παράδοση αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο, όμως, επειδή δεν αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα του κράτους και επειδή δεν αποκλείει (εάν θεωρούσαμε ότι η ατομική αξιολόγηση επετύγχανε, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, να κατατάξει κατά φθίνουσα αξιολογική σειρά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και μάλιστα σε κοινό κατάλογο, ανεξαρτήτως της ειδικότερης υπηρεσίας τους) το ενδεχόμενο να φύγουν υπάλληλοι από χρήσιμες υπηρεσίες και να παραμείνουν υπάλληλοι σε άχρηστες. Επίσης, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ανάμεσα στις θέσεις που θα παραμείνουν κενές από την αποχώρηση των "κακών" υπαλλήλων και στη συνάφεια των προσόντων των "καλών" υπαλλήλων με τις κενούμενες θέσεις.

Για το λόγο αυτό η υπεύθυνη στάση είναι η επιλογή των δομών που πρέπει να κλείσουν ή να συγχωνευθούν ή να αναδιαρθρωθούν. Εάν η επιλογή αυτή συνδυασθεί και με συνολικότερη αναδιάρθρωση, τόσο το καλύτερο. Και ιδανικό θα είναι να καταλήξει σε ένα σχήμα, όπου θα είναι διασαφηνισμένες τόσο οι παροχές που ο πολίτης θα δικαιούται να αναμένει από το κράτος, όσο και οι δομές που θα τις παρέχουν ή θα τις διασφαλίζουν. Για να ξέρει, εν τέλει, ο πολίτης τι πληρώνει και για ποιο λόγο επιβαρύνεται.


Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

Στο περιθώριο

Στο περιθώριο νοιώθουμε πιο άνετα. Μοναξιά. Μικρότερος έλεγχος, μεγαλύτερη ελευθερία. Περισσότερος χώρος για την ανάπτυξη του εγωισμού μας. Αλλά και δικαιολογία για τους εαυτούς μας: φταίνει οι άλλοι, οι πολλοί που δεν μας καταλαβαίνουν. Φταίνε αυτοί που θέλουν να τους λέμε μόνο ευχάριστα, να τους κολακεύουμε. Ξέρουμε εμείς, οι άλλοι δεν ξέρουν. Ποιος θα κάτσει να μας ακούσει, όλοι αρκούνται στην επιφανειακή ανάγνωση, στα εύκολα συνθήματα.

Τα λέγαμε αυτά μέσα μας ή και μεταξύ μας όλα αυτά τα χρόνια; Ναι. Κακίζαμε τη νοοτροπία του Έλληνα, το συμφεροντολογισμό του, το ρουσφετολογικό σύστημα που ύψωνε τείχος τεράστιο και αξεπέραστο στις προσπάθειές μας. Μόνο που το τείχος αυτό ήταν κτισμένο και από άλλους, αλλά και από εμάς και, στην πραγματικότητα, μας χώριζε όχι από το εκλογικό σώμα καθ' αυτό, αλλά από την κοινωνία. Η ιδέα που είχαμε για τον εαυτό μας μας κρατούσε στο περιθώριο. Κάπου μας βόλευε. Κάπου διατηρούσαμε ανέπαφη την ιδέα που είχαμε για την ανωτερότητά μας.

Πάντα θέλαμε να βοηθήσουμε την πατρίδα. Πριν την κρίση μπορεί να μιλούσαμε (μόνοι εμείς, φυσικά) για τα επερχόμενα κακά. Αλλά σαν να μη το πιστεύαμε, δεν κάναμε ό,τι μπορούσαμε, για να πείσουμε. Μετά, όταν η κρίση φάνηκε να δικαιώνει τις προβλέψεις μας, νομίσαμε ξαφνικά ότι γίναμε δημοφιλείς. Πιστεύαμε ότι θα μπούμε στη Βουλή, συζητούσαμε ποιο υπουργείο θα πάρουμε (φυσικά θα μας έδιναν τα πιο απαιτητικά: Οικονομικών, Εσωτερικών, Υγείας), ποια μεταρρύθμιση, από αυτές που είχαν συγκλονίσει ως προτάσεις το εκλογικό σώμα, θα εφαρμόζαμε πρώτα. Πιστέψαμε ότι βγήκαμε από το περιθώριο, επειδή ο λαουτζίκος ξύπνησε και άρχισε να μας καταλαβαίνει.

Τα αποτελέσματα των εκλογών μας επανέφεραν στην πραγματικότητα. Περιθώριο ήμασταν, περιθώριο παραμένουμε. Φυσικά δεν φταίγαμε εμείς, υπερτιμήσαμε την ωριμότητα του λαού. Και τη δεύτερη φορά, εκεί όπου μας συνέθλιψε το δίπολο, έφταιγαν οι συνθήκες, όχι εμείς. Οι ήπιες απόψεις μας δεν κατάφεραν να εισχωρήσουν στον πολιτικό διάλογο, εξ αιτίας της πόλωσης.

Και μετά βρεθήκαμε εκεί, όπου ήμασταν από την αρχή: στο περιθώριο. Κάτι πήγαμε να κάνουμε, κάπου να αρχίσουμε ν' ακούμε περισσότερο, να δούμε μήπως τελικά υπάρχουν και άλλοι περιθωριακοί, που μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους και να ξεφύγουμε από το περιθώριο, να μπούμε λίγο στο κέντρο. Αλλά ούτε κι αυτό μας άρεσε, θεωρήσαμε ότι έτσι προδίδουμε αρχές και αξίες προαιώνιες. Διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημά μας είναι η οργάνωση - αν καταφέρναμε να οργανωθούμε, τότε θα απλώναμε τα δίχτυα μας παντού, θα ήμασταν σε όλο το φάσμα του συστήματος και όχι στο περιθώριο. Το όνειρο αυτό το ζούμε ακόμα. Μήπως ήλθε η ώρα και να τσιμπηθούμε κιόλας;

ΥΓ. Το περιθώριο χαρακτηρίζεται από μεγάλους εγωισμούς. Η χρήση του πληθυντικού μεγαλοπρεπείας σ' αυτό το κείμενο, επομένως, δεν πρέπει να ξενίσει.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Η δουλειά της τρόικας

Για όλα τα δεινά μας φταίει η τρόικα*. Φταίει που καταπίνει το αίμα του λαού. Φταίει που δεν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις. Φταίει για την ύφεση. Φταίει για την ανεργία. Φταίει για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας. Φταίει που είναι απόλυτη στις απαιτήσεις της - ή που δεν έχει απαιτήσεις για ανάπτυξη (που συνήθως συνδέονται με τη διάχυση περισσότερου χρήματος στην αγορά).

Η τρόικα έχει μιαν αποστολή: να διασφαλίσει ότι οι δανειστές (ήτοι τα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) θα μπορέσουν να πάρουν πίσω τα χρήματα που μας δάνεισαν. Είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αποστολής τους είναι η χώρα μας να γνωρίσει ανάπτυξη. Είναι μεγάλα τα χρέη και μακρύς ο χρόνος της αποπληρωμής τους, η αποπληρωμή των χρεών δεν διασφαλίζεται με βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις σε δείκτες, αλλά με τη συνολική (και μάλιστα θεαματική) ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, πράγμα που όλοι φωνάζουμε ότι θέλουμε. Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, ό,τι είναι καλό για την τρόικα, είναι καλό και για εμάς.

Η τρόικα έχει ένα πλεονέκτημα και ένα μειονέκτημα. Το πλεονέκτημα είναι ότι λογοδοτεί στα αντίστοιχα όργανα και δεν έχει εξαρτήσεις από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δεν οφείλει χάρες, δεν έχει εμπλακεί σε ρουσφέτια, δεν υποχρεούται να σκεφθεί πώς θα εξακολουθήσει να βολεύει τους κομματικούς στρατούς που κατέλαβαν το Δημόσιο. Αυτό βέβαια συνεπάγεται και ότι η τρόικα δεν ξέρει πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα (ακόμη έχει να μάθει πολλά!) και πολλές φορές δεν μπορεί ν' αντιληφθεί τις διάφορες πολιτικές ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν από μια κυβέρνηση που προέρχεται από τα σπλάχνα του πολιτικού συστήματος που ρήμαξε τη χώρα, Έχει και ένα πρόσθετο μειονέκτημα η τρόικα: παρά τα όσα λέγονται, η χώρα μας δεν έχει απολέσει την εθνική της κυριαρχία. Η τρόικα δεν νομοθετεί. Και οι όποιες διαφωνίες της με τους ασκούντες την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία δεν μπορούν να είναι αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης (αφού η τρόικα δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση, ούτε αποσκοπεί να αποκτήσει), αλλά ζήτημα προς συζήτηση και, ενδεχομένως, διαπραγμάτευση μεταξύ των προϊσταμένων της τρόικας και της κυβέρνησης.

Η αποσολή της τρόικας ασκείται μέσω της μιας, μοναδικής εισηγητικής αρμοδιότητας που έχει: προτείνει να χορηγηθεί ή να μη χορηγηθεί κάθε φορά η δόση της δανειοδότησης της χώρας μας από τους τρεις δανειστές της κυρίως ελέγχοντας εάν έχουν τηρηθεί τα συμφωνηθέντα (στα μνημόνια που συνοδεύουν τις δανειακές συμβάσεις). Πόσο μπορεί με αυτό να επηρεάσει τις εσωτερικές εξελίξεις; Αρκετά. Θεωρητικά η εισήγησή της μπορεί να παρακαμφθεί με πολιτικά κριτήρια (εδώ έχει σημασία η συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στο οποίο τέτοια κριτήρια δεν πολυ-πιάνουν), όμως στην πράξη ακολουθείται. Ωστόσο, παρά τους μεσοπρόθεσμους μακροοικονομικούς στόχους που είναι σημαντικοί, στην καταβολή κάθε δόσης κρίνονται, όπως είναι φυσικό, οι περισσότερο βραχυπρόθεσμες δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας μας και, ειδικότερα, η συμμόρφωση με αναληφθείσες μερικότερες υποχρεώσεις.

Αυτό το εκμεταλλεύονται οι κυβερνήσεις, οι οποίες αποδίδουν κάθε αντιδημοφιλές μέτρο στην τρόικα και αντιστέκονται όσο μπορούν σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις, των οποίων η απόδοση θα ήταν μακροπρόθεσμη. Δεν είμαι σίγουρος ότι, όπως λειτουργεί ο μηχανισμός του δανεισμού της χώρας μας, η τρόικα θα είχε την ευχέρεια να πιέσει την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία για περισσότερες μεταρρυθμίσεις, απειλώντας να εισηγηθεί την παρακράτηση της εκάστοτε επόμενης δόσης. Το βέβαιον, όμως, είναι ότι ως ελληνικό εκλογικό σώμα αυτός που λογοδοτεί σ' εμάς δεν είναι η τρόικα, αλλά η κυβέρνηση - την τρόικα πρέπει να την κουμαντάρουν οι δανειστές μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φειδόμεθα κριτικής προς την τρόικα, αλλά να γνωρίζουμε ότι μια τέτοια κριτική ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό (και όχι την ορθή κριτική για τη βραχυπρόθεσμη επίτευξη δημοσιονομικών στόχων και όχι την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων) και ότι, εν τέλει, εάν η κυβέρνησή μας υιοθετήσει μια πραγματικά μεταρρυθμιστική πρόταση, δεν θα είναι η τρόικα αυτή που θα την εμποδίσει.

Τέλος, δεν πρέπει να τρώμε το παραμύθι που θέλει να πουλήσει η κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει τις σπασμωδικές της κινήσεις - η προσπάθεια της κυβέρνησης να διατηρήσει άθικτο, κατά το δυνατόν, το πελατειακό κράτος οδηγεί σε διαπίστωση ότι δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα. Δουλειά της τρόικας είναι να το επισημάνει. Δουλειά της κυβέρνησης είναι να μην έχει αφήσει τα πράγματα να φθάσουν σ' αυτό το σημείο.


*Ως τρόικα, για τις ανάγκες αυτής της ανάρτησης, εννοούμε τους εκπροσώπους των τριών ομάδων δανειστών μας (κράτη-μέλη Ευρωζώνης, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) στην Ελλάδα.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

Ο Ηρόδοτος και η Χρυσή Αυγή

Η Χρυσή Αυγή σε ανακοίνωσή της ανέφερε με καμάρι ότι τα μέλη της διαβάζουν και γνωρίζουν Αριστοτέλη και Πλάτωνα, αντίθετα με τον Roger Waters που απλώς τους επικαλείται. Αυτή η δήλωση, σε συνδυασμό με τον αυτοπροσδιορισμό του κόμματος ως εθνικιστικού, με βάζει στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι μάλλον δεν έχουν διαβάσει Ηρόδοτο ή, τουλάχιστον, δεν τον θεωρούν και κάποιο σπουδαίο ανάγνωσμα.

Ο Ηρόδοτος θεωρείται ο πατέρας της ιστορίας. Τα 9 βιβλία των ιστοριών του έχουν ως κορμό τους Περσικούς πολέμους. Ωστόσο, πώς ξεκινά; Ξεκινά με την περιγραφή των ανατολικών λαών, των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων, των Μήδων, των Περσών. Και χωρίς καμμίαν αιδώ περιγράφει πολλά από τα ήθη τους με τρόπο επαινετικό. Τολμά να υπονοήσει ότι αρχαιότερος λαός του κόσμου ήσαν οι Φρύγες (και όχι οι Έλληνες), όπως και ότι πολλές θεότητες του ελληνικού δωδεκαθέου έχουν αιγυπτιακή προέλευση.

Αυτά τα γράφει ο πρώτος θεωρούμενος επιστήμων της ιστορίας - επειδή προσπαθεί συνειδητά να ξεχωρίσει την αλήθεια από το μύθο, επειδή στο κείμενό του περιέχει και κρίσεις για τη βασιμότητα του ενός ή του άλλου ενδεχομένου. Η γραφή του είναι ψύχραιμη. Διαβάζοντας όλο το έργο του, ένας Έλληνας θα μπορούσε να νοιώσει υπερηφάνεια όχι μόνο για τα κατορθώματα των (βιολογικών ή όχι, δεν έχει σημασία) προγόνων του, αλλά κυρίως για τις αξίες που συνδέθηκαν με την άμυνα κατά της περσικής εισβολής, για την αγάπη για την ελευθερία και για τη φιλοπατρία, που ανάγονται σε αξίες μεγαλύτερες ακόμη και από τη ζωή. 

Όμως αυτό δεν κάνει εθνικιστικό ανάγνωσμα τις Ιστορίες του Ηροδότου για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος, ο πιο εμφανής, είναι ότι οι αξίες που αναγνωρίζει κανείς στους Έλληνες μαχητές της περιόδου των περσικών πολέμων έχουν καταστεί πλέον πανανθρώπινες ή, τουλάχιστον, αξίες του δυτικού πολιτισμού συνολικότερα. Ο δεύτερος είναι ότι από κανένα σημείο του αναγνώσματος δεν μπορεί κανείς να νοιώσει το συναίσθημα που χαρακτηρίζει τον εθνικισμό, το μίσος για τους άλλους.

Οι Ιστορίες του Ηροδότου φανερώνουν την ήρεμη αυτοπεποίθηση ενός σπουδαίου πολιτισμού, ο οποίος όχι μόνο δεν έχει να φοβηθεί άλλους πολιτισμούς, αλλά με προθυμία ενσωματώνει στοιχεία τους που του ταιριάζουν. Ενός πολιτισμού που τείνει να γίνει οικουμενικός όχι με τα όπλα, αλλά μέσω της επικράτησης των ιδεών του. Αυτός είναι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ο πολιτισμός που γέννησε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ο πολιτισμός που συνδιαμόρφωσαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και έχει γίνει πλέον κτήμα πανανθρώπινο. Αν θελήσουν οι φίλοι και οπαδοί της Χρυσής Αυγής να τον κατανοήσουν, πρέπει πρώτα να ξεκινήσουν από τον Ηρόδοτο. Αλλά όσοι τον διαβάσουν με προσοχή και τον καταλάβουν δεν νομίζω ότι θα παραμείνουν οπαδοί της ιδεολογίας που η Χρυσή Αυγή προβάλλει.

ΥΓ. Για τους παραπάνω λόγους ο Ηρόδοτος είναι ένα από τα πρότυπά μου - και γι' αυτό η απεικόνιση της προτομής του έχει επιλεγεί για το παρόν ιστολόγιο.

ΥΓ2. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως note στη σελίδα μου στο Facebook στις 24 Ιουλίου 2013.