Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Προσοχή! Το ΑΕΠ παραπλανά!

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (στο εξής ΑΕΠ) είναι μια απλουστευτική αποτύπωση του μεγέθους που έχει η οικονομική δραστηριότητα μέσα στα όρια ενός κράτους. Επισήμως είναι "η συνολική αξία, σε χρηματικές μονάδες, των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σ' ένα συγκεκριμένο έτος" (ορισμός από το σχολικό βιβλίο, που διάβασα εδώ και επιβεβαίωσα και αλλού - άλλως αποτυπώνεται ως "ιδιωτική κατανάλωση + ακαθάριστο σύνολο επενδύσεων + δημόσιες δαπάνες, πλην μεταβιβαστικών, + εξαγωγές - εισαγωγές" - διαβάστε εδώ την ιστορία και τη χρήση του ΑΕΠ ως οικονομικού μεγέθους). Όπως κάθε απλούστευση, έχει τη δυνατότητα συνοπτικά να δώσει, σε επίπεδο τάξεως μεγέθους, μια σοβαρή ένδειξη για την κίνηση μιας οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η προσκόλληση στο συγκεκριμένο δείκτη ενδέχεται ν' αποκρύπτει τις ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας, όπως της ελληνικής, και, ακόμη περισσότερο, να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και ατυχείς αναλογίες, όταν χρησιμοποιείται σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη άλλων οικονομιών.

Πρόκειται για θέμα που, προφανώς, δεν θίγεται για πρώτη φορά σ' αυτή την ανάρτηση - διαβάστε, χαρακτηριστικά, αυτό το άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises. Όμως έχει ενδιαφέρουν να τεθούν κάποιοι προβληματισμοί για τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ και τη χρήση του στη συζήτηση στη χώρα μας. Ήδη από τον ορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί μια στρέβλωση στην εκτίμησή του στη χώρα μας: προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος που παράγεται στη χώρα μας, ανατρέχουμε στην τιμή, με την οποία αυτό αγοράζεται. Προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία των υπηρεσιών του Δημοσίου ουσιαστικά αθροίζουμε τους μισθούς που δίνει το Δημόσιο - ανεξαρτήτως του ουσιαστικού αντικρίσματος των υπηρεσιών αυτών στην κοινωνία. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι η παραγωγικότητα του Δημοσίου είναι τόση, όσες και οι δαπάνες που αυτό πραγματοποιεί - μια προφανώς αυθαίρετη υπόθεση, δεδομένου ότι η "τιμόλογηση" των υπηρεσιών του Δημοσίου δεν γίνεται σε συνθήκες αγοράς, αλλά αποδεικνύεται στην πράξη και διαχρονικά (μιλώντας για την Ελλάδα) ότι στηρίζεται στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων είτε από τη φορολόγηση, είτε από τον εξωτερικό δανεισμό. Πρέπει, αντιστοίχως, να επισημανθεί ότι για την εύρεση του ΑΕΠ δεν υπολογίζεται η δαπάνη για συντάξεις, καθώς αυτές περιλαμβάνονται στις λεγόμενες "μεταβιβαστικές πληρωμές", αυτές, δηλαδή, που γίνονται χωρίς να αντιστοιχούν σε παραγωγή.

Να λοιπόν που ήδη σε μια οικονομία, κατά βάση κρατικιστική, μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα στρεβλής παρουσίασης της πορείας του ΑΕΠ: στη χώρα μας οι δαπάνες για μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή για επιχορήγηση νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες επίσης καταλήγουν σε μισθούς των υπαλλήλων τους, ξεπερνούν τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ - και συμβάλλουν στο ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας μας, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 185 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2013. Η μισθοδοσία αυτή, δηλαδή, αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% του ΑΕΠ. Ας πούμε ότι, μέσα σε ένα χρόνο (ή και σε περισσότερα), ποσοστό των  υπαλλήλων που αντιστοιχεί σε 10% της συνολικής μισθοδοσίας, ήτοι 2 δισεκατομμύρια, έβγαιναν στη σύνταξη και δεν γίνονται προσλήψεις για να καλυφθούν τα κενά, πράγμα που βιώνουμε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Κάτι τέτοιο από μόνο του συνεπάγεται μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 1%, η οποία απλώνεται χρονικά στο διάστημα, κατά το οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι (ας πούμε 150.000, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση ότι μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια) γίνονται συνταξιούχοι και παύουν να λαμβάνουν μισθό (που υπολογίζεται για την εύρεση του ΑΕΠ) και αρχίζουν να λαμβάνουν σύνταξη (που δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του ΑΕΠ). Φαινομενικά, δηλαδή, η συνταξιοδότηση υπαλλήλων αφ' εαυτής συνεπάγεται ύφεση (= μείωση του ΑΕΠ) επειδή, σύμφωνα με τη θεωρία, μειώνεται αναλόγως και η παραγωγικότητα του Δημοσίου. Προσωπικά δεν διαπίστωσα αύξηση της παραγωγικότητας του Δημοσίου το 2009 σε σχέση με το 2004, διάστημα κατά το οποίο αυξήθηκε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων κατά 170.000 περίπου, ούτε κάποια μείωση της παραγωγικότητας μεταξύ 2010 και σήμερα, που έχουν συνταξιοδοτηθεί περί τους 150.000 υπαλλήλους.
 
Αλλά αυτό είναι μάλλον ήσσονος σημασίας παράδειγμα - κάπως ενδεικτικό, όμως, της παραπλανητικής χρήσης των όρων "ύφεση" και "ανάπτυξη" αποκλειστικά ως όρους που καταδεικνύουν τη μείωση ή την αύξηση του ΑΕΠ. Εάν δεχθούμε, όπως σ' αυτό το άρθρο, ότι ανάπτυξη είναι ουσιαστικά μόνο η βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας οικονομίας, η "ανάπτυξη" που βίωσε η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες είναι μάλλον πλασματική ή, για να το θέσουμε αλλιώς, η εικόνα που έδινε η αύξηση του ΑΕΠ μέχρι και το 2007 (σημειωτέον ότι ήδη το 2008 είχε μειωθεί ελαφρώς και μειώθηκε κατά 3,8% το 2009) για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν παραπλανητική.
 
Παρόμοια παραπλάνηση μπορεί να προκύψει, όταν χρησιμοποιείται το ΑΕΠ της χώρας μας συγκριτικά με το ΑΕΠ άλλων οικονομιών, κυρίως για να προσδιορισθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε δαπάνες, είτε έσοδα του κράτους σε σύγκριση με άλλες χώρες που θεωρούμε παραδείγματα οικονομικών που λειτουργούν καλά. Ειδικά στα έσοδα, πολλές φορές γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ και την επιβάρυνση των πραγματικά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Κατ' αρχάς, δεν αποτυπώνεται στο ΑΕΠ ο λόγος του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού σε σχέση με τον μη-ενεργό πληθυσμό (άνεργοι, συνταξιούχοι, ανήλικοι κ.λπ.). Περαιτέρω, το ΑΕΠ αποτυπώνει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, των πωλουμένων προϊόντων ή παρεχομένων υπηρεσιών, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της ουσιαστικής χρηστικότητάς τους ή, ακόμη περισσότερο, μεταξύ της δυνατότητάς τους να οδηγήσουν σε εισροές συναλλάγματος ή τις ανάγκες τους για εκροές συναλλάγματος - ή, όπως λέγεται περισσότερο επιστημονικά και αναλύεται σ' αυτό το άρθρο από τον κ. Χρήστο Ιωάννου, μεταξύ του τομέα διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών και του τομέα μη διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκω σ' αυτό εδώ το άρθρο. Ο συγγραφέας του θέλει ν' αποδείξει ότι η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας δεν είναι και πολύ σπουδαία - ούτε και η δαπάνη μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων. Και για να το κάνει αυτό, ανάγει τα αντίστοιχα νούμερα σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο συγκρίνει στη συνέχεια με τα ποσοστά άλλων, ανεπτυγμένων κρατών. Αν όμως ίσχυαν αυτά που αναφέρει ως συμπέρασμα ο κ. Μανόλης Βασιλάκης παραπάνω, η χώρα μας θα είχε σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ και θα προσείλκυε άμεσες ξένες επενδύσεις. Ωστόσο, δεν ισχύουν - επειδή το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Η φορολογική επιβάρυνση (εξαιρώντας τη φορολογία επί της ακινήτου περιουσίας) δεν επιβαρύνει το σύνολο του πληθυσμού, αλλά κυρίως την παραγωγική βάση η οποία είναι, στην Ελλάδα των 1.500.000 ανέργων, των 3.000.000 συνταξιούχων και των 1.000.000 υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα (για να μη προστεθεί και τουλάχιστον 1.000.000 ελευθέρων επαγγελματιών που υπολειτουργούν), ιδιαιτέρως περιορισμένη. Είναι δηλαδή ιδιαιτέρως σοβαρή για κάποιον που επενδύει - καθώς η συρρίκνωση της φορολογικής βάσεως και η ανάγκη διατήρησης σε υψηλά επίπεδα των φορολογικών εσόδων ("ανάγκη", όπως την αντιλαμβάνεται η παρούσα κυβέρνηση, δηλαδή) κατ' ανάγκην συνεπάγεται την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της φορολογικής βάσεως που διαρητείται.
 
Περισσότερο από το ΑΕΠ πρέπει να μας απασχολεί η πραγματική παραγωγική βάση της οικονομίας μας. Ενδεχομένως, το πιο ενδεικτικό μέγεθος για την υγεία της παραγωγής και της οικονομίας μας είναι το εμπορικό ισοζύγιο ή, συνεκτιμώντας και την οικονομία συνολικότερα, το ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό υπολογίζεται για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, ότι θα είναι φέτος αρνητικό κατά μόλις 0,5% επί του ΑΕΠ. Ακόμη κι εδώ, όμως, είναι απαραίτητες οι διευκρινίσεις που δίνονται σ' αυτό το άρθρο του κ. Κώστα Καλλίτση: η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών οφείλεται κυρίως στη μείωση των τόκων και των εισαγωγών, όχι από κάποια σπουδαία αύξηση των εξαγωγών. Επιπλέον, η διάρθρωση της οικονομίας καθιστά τις εξαγωγές δυσκολότερες, καθώς οι περισσότερες εξαγωγικές δραστηριότητες, κατά 65%, είναι προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ η αξία των εισροών που απαιτούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν που πρόκειται στο τέλος να εξαχθεί, κυμαίνονται από το 35% μέχρι το 85% της αξίας του προϊόντος.
 
Τα παραπάνω προβλήματα δεν αποτυπώνονται στο ΑΕΠ. Η χώρα μας, δυστυχώς, έχει πολλές ιδιαιτερότητες, που καθιστούν παραπλανητικό το ΑΕΠ ως ένδειξη για την ανάπτυξη ή την ύφεσή της, πολύ περισσότερο για τη σύγκρισή της με άλλα, περισσότερο επιτυχημένα, οικονομικά μοντέλα. Χωρίς αυτό να ακυρώνει την αξία του ΑΕΠ, είναι ανάγκη η δημόσια συζήτηση να αφιερώνεται λίγο περισσότερο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παραγωγής - έτσι θα περιγραφούν καλύτερα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και οι ελλείψεις της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας και, αντίστοιχα, θα γίνει αντιληπτός και ο ρόλος που έχει παίξει το κράτος στην καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 


Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Το αποτυχημένο μνημόνιο που αύξησε το δημόσιο χρέος

"Τι μου λες για το μνημόνιο - έχει αποτύχει, αφού αύξησε το δημόσιο χρέος μας".
(λαϊκή ρήση)
 
Το κατά πόσον έχουν εφαρμοσθεί τα μνημόνια είναι μία συζήτηση. Εάν έχουν γίνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, εάν με αφορμή την κρίση θα μπορούσαμε να προσβλέπουμε σε μίαν άλλη Ελλάδα είναι άλλη συζήτηση. Αλλά να λέμε ότι το μνημόνιο απέτυχε, επειδή το χρέος παρ' όλα αυτά αυξήθηκε, ε, συγγνώμη, αυτό δείχνει ασχετοσύνη. Δεν θα το έγραφα τόσο έντονα, εάν δεν έβλεπα ότι ακόμη και σήμερα, 4 χρόνια μέσα στην κρίση, κάποια πράγματα δεν τα έχουμε καταλάβει ακόμα, παρά την τεράστια ροή πληροφοριών που είχαμε.
 
Ας πάμε στο πιο απλό: ότι το μνημόνιο δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος. Για να παραμείνει το δημόσιο χρέος στο ίδιο επίπεδο το 2010 σε σχέση με το 2009 θα έπρεπε να γίνει κάτι απλό το 2010: να μη ξοδέψει το κράτος περισσότερα από όσα θα εισέπραττε. Με δεδομένο ότι το 2009 το κράτος ξόδεψε 36 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισέπραξε, η απλή λύση θα ήταν να βρει τρόπο να ξοδέψει 36 δισεκατομμύρια λιγότερα το 2010 και να διατηρήσει τα έσοδά του στο ίδιο επίπεδο. Μια διόρθωση της τάξεως των 10-13 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2010 έγινε μέσα από φοβερά επώδυνες περικοπές και σημαντικές αυξήσεις φόρων. Θα έπρεπε όλα αυτά να έχουν γίνει στο τριπλάσιο σχεδόν. Μόνο τότε θα είχε διατηρηθεί το δημόσιο χρέος στα ίδια επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς.
 
[Θα πει κάποιος: μα, αν καταπολεμούσαμε τη φοροδιαφυγή, θα είχαμε κλείσει το κενό χωρίς μειώσεις δαπανών. Μάλιστα. Ακόμη κι εάν υποθέσουμε ότι κάπως θα βρίσκαμε 36 δισεκατομμύρια από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, υπενθυμίζουμε ότι ο στόχος του πρώτου μνημονίου, πολύ λιγότερο φιλόδοξος, για 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που θα προέκυπταν από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ετησίως, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Προφανώς η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ήταν ευχή των δανειστών μας, δεν μπορούμε σ' αυτούς να επιρρίψουμε τη σχετική αποτυχία.]
 
Βέβαια, αν το καλοδούμε, εξ αρχής δεδομένο αποτέλεσμα του μνημονίου ήταν να αυξήσει το δημόσιο χρέος προτού ν' αρχίσει να το μειώνει - ή, για να ακριβολογούμε, να μας επιτραπεί να συνεχίσουμε να κάνουμε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς για μερικά χρόνια. Για να μη χρεωκοπήσουμε, αλλά προκειμένου να μπορούμε να εξοφλούμε τις υποχρεώσεις* χωρίς να κόψουμε αμέσως και με το μαχαίρι 36 δισεκατομμύρια ευρώ δαπανών το χρόνο, αλλά να τα κόβουμε σταδιακά, ήλθαν οι ("μνημονιακοί") δανειστές μας και μας εξυπηρέτησαν. Απλώς, το χρέος αυξήθηκε με πολύ βραδύτερο ρυθμό, σε σχέση με αυτό που θα συνέβαινε, εάν συνεχίζαμε να δανειζόμαστε από τις αγορές (υπόθεση τουλάχιστον αμφίβολη). Σκεφθείτε να δανειζόταν η Ελλάδα τα ίδια ποσά (ή και περισσότερα, εάν δεν έκανε δημοσιονομική προσαρμογή) με επιτόκια της τάξεως του 7% ετησίως (επίτηδες υπερβολικά αισιόδοξη η εκτίμηση). Σε σχέση με το 3% και λιγότερο που δανείζεται με βάση το μνημόνιο - θα είχε μεγαλύτερη ή μικρότερη επιβάρυνση του δημοσίου χρέους της;
 
Επομένως, όσα στραβά και να βρει κανείς στο μνημόνιο ή την εφαρμογή του, η επιβάρυνση του δημοσίου χρέους δεν είναι ένα από αυτά. Και όποιος λέει τα αντίθετα, λυπάμαι, αλλά μάλλον δεν έχει μπει στον κόπο να πολυεξετάσει τι συμβαίνει. Μάλλον η κοσμοθεωρία του καλύπτεται πλήρως από σιωνιστικές συνωμοσίες και ηλιθιογόνα αέρια.

* θεώρηση σχηματική, δεδομένων και των πολύ μεγάλων παλαιότερων ομολόγων που έληγαν και καθίσταντο ληξιπρόθεσμα την περίοδο 2010-2012.

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Εξορθολογισμός/ μείωση του κράτους, απολύσεις και δομές

Πολλές συζητήσεις πάνε στράφι, επειδή οι συνομιλητές αποδίδουν διαφορετική έννοια ο καθένας στην ίδια λέξη. Μιλήστε για "μείωση του κράτους": κάποιοι θα το ερμηνεύσουν ως απόλυση ενός αριθμού υπαλλήλων και τίποτε περισσότερο, ως αυτοσκοπό, και θα ασκήσουν κριτική στους υποστηρικτές της μείωσης, τους ανάλγητους, τους νεοφιλελεύθερους και τα υπόλοιπα γνωστά. Θα αντιτείνουν ότι αυτό που χρειάζεται το κράτος δεν είναι η μείωση, αλλά ο εξορθολογισμός του και η αναδιάρθρωσή του.

Αναδιάρθρωση, ή εξορθολογισμός, του κράτους για πολλούς σημαίνει μετακίνηση υπαλλήλων από δω και από κει, ώστε να καλύπτονται κενά σε μια υπηρεσία από τους πλεονάζοντες σε άλλην. Αλλά για άλλους (και για το γράφοντα) σημαίνει κατά βάσιν κάτι ελαφρώς διαφορετικό: είναι η διαδικασία που ακολουθεί τη συζήτηση για τις παροχές που πρέπει να αναμένει ο πολίτης από το κράτος και για τον τρόπο, με τον οποίο οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχονται ή θα διασφαλίζονται.

Φυσικά σε μια περίοδο κρίσης οι επιλογές περιορίζονται και το χρονικό εύρος της συζήτησης επίσης. Δεδομένο, μάλιστα, το οποίο το γνωρίζαμε ήδη από την εποχή των παχιών αγελάδων (επειδή έτσι λειτουργούσε το σύστημα) είναι ότι το κράτος δεν σχεδιάσθηκε με άξονα τις ανάγκες των πολιτών για παροχές, αλλά τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος για έλεγχο του δημοσίου χρήματος και διανομή του κατά τρόπο που θα μεγιστοποιούσε την εκλογική επιρροή. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ήταν ότι το κράτος μεγεθύνθηκε με μοναδικό σκοπό να διευρυνθούν οι δυνατότητες για διορισμούς, οι οποίοι διασφάλιζαν στους διορίζοντες (ή στους μεσολαβούντες) την πίστη όχι μόνο του διοριζομένου, αλλά και των οικείων του τουλάχιστον για μια γενιά. Αυτό το γνωρίζουμε - και είναι βέβαιο, για το λόγο αυτό, ότι οποιαδήποτε εξορθολογιστική αναδιάρθρωση του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, στην Ελλάδα της κρίσης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη μείωσή του και στην απαλλαγή από τους άχρηστους δημοσίους υπαλλήλους.

"Άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι" - άλλη μια έννοια, στην οποία αποδίδονται διάφορα νοήματα. Πολλοί θεωρούν τις έννοιες "άχρηστοι υπάλληλοι" και "δημόσιοι υπάλληλοι" ως ταυτόσημες. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι είτε όσοι δεν έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη θέση που καλύπτουν, είτε δεν αποδίδουν (είτε λόγω ανικανότητας, είτε εσκεμμένα). Η εξεύρεση των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων γίνεται μέσω της ατομικής αξιολόγησης, η οποία αποτελεί και κίνητρο τουλάχιστον για τη βελτίωση της παραγωγικότητας όσων φοβούνται ότι θα αξιολογηθούν αρνητικά. 

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος ορισμός των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων, ευρύτερος. Πίσω από την κακόηχη αυτή φράση κρύβονται όλοι όσοι δεν αποδίδουν στον πολίτη κάτι. Είτε για τους παραπάνω υποκειμενικούς λόγους, είτε επειδή η υπηρεσία τους η ίδια δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είτε επειδή χάνεται το ταλέντο τους και η προσπάθειά τους μέσα σε ένα δυσλειτουργικό δημόσιο οργανισμό. Οι υπάλληλοι αυτοί, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα οικονομικό βάρος στο κράτος ακόμη κι όταν δεν φταίνε οι ίδιοι, ακόμη κι εάν απέδιδαν άριστα σε μιαν άλλη υπηρεσία - και, αν συνδυάσουμε την οικονομική επιβάρυνση από τη μισθοδοσία τους με την επιβάρυνση της κοινωνίας με τη γραφειοκρατία που συνήθως οι οργανισμοί τους κουβαλούν (ή την αλλοίωση του ανταγωνισμού, εάν πρόκειται για κρατικές επιχειρήσεις), η ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτούς είναι σαφής.

"Βάρος", να "απαλλαγούμε", πολύ βαριές δεν είναι αυτές οι εκφράσεις, όταν μιλάμε για ανθρώπους; Δεν είναι απαξιωτικές; Όχι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός, αλλά στις θέσεις που καταλαμβάνουν. Και η συζήτηση είναι πολλές φορές στρεβλή, επειδή την αναδιάρθρωση του κράτους τη συζητάμε όχι σε μηδενική βάση, ως θα ωφείλαμε, αλλά στη βάση των ήδη υπαρχουσών κρατικών δομών, μολονότι έχουμε δεχθεί ότι αυτές είναι προβληματικές και εξυπηρετούν το πολιτικό σύστημα και όχι το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες. Συζητώντας σε μηδενική βάση θα έπρεπε να δικαιολογούμε το κάθε ευρώ που ξοδεύει το κράτος (και το παίρνει από τους πολίτες, διά της φορολογίας, υποχρεωτικά, δηλαδή ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους) και την κάθε θέση εργασίας που καθιερώνει. Στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα γίνεται το ακριβώς ανάποδο: θεωρείται δεδομένο το σημερινό κράτος και πρέπει να αιτιολογηθεί ειδικά η κατάργηση κάποιας υπηρεσίας. Θεωρείται κατ' αρχήν δεδομένη, δηλαδή, η υποχρέωση των πολιτών να φορολογούνται, για να διατηρούν υπηρεσίες, οι οποίες δεν τους προσφέρουν κάτι.

Αποτέλεσμα αυτού του στρεβλού διαλόγου είναι και η θεώρηση ότι το κράτος το ζημιώνουν μόνο οι "κακοί" υπάλληλοι, αυτοί δηλαδή που υποκειμενικά δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποδώσουν στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους (και ανεξαρτήτως της χρησιμότητας της υπηρεσίας ή μη). Έτσι, ακούγεται εύκολο και όχι και τόσο "ανάλγητο" να λέμε ότι θα τους εντοπίσουμε τους κακούς, όπου κι αν βρίσκονται, και θα τους διώξουμε - κάτι τέτοιο, στο κάτω-κάτω, θα ικανοποιούσε και το γενικότερο περί δικαίου αίσθημα. Μια τέτοια θεώρηση, όμως, είναι ελαφρώς λαϊκιστική και πολλαπλώς χιμαιρική, ειδικά στη σημερινή Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει παράδοση αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο, όμως, επειδή δεν αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα του κράτους και επειδή δεν αποκλείει (εάν θεωρούσαμε ότι η ατομική αξιολόγηση επετύγχανε, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, να κατατάξει κατά φθίνουσα αξιολογική σειρά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και μάλιστα σε κοινό κατάλογο, ανεξαρτήτως της ειδικότερης υπηρεσίας τους) το ενδεχόμενο να φύγουν υπάλληλοι από χρήσιμες υπηρεσίες και να παραμείνουν υπάλληλοι σε άχρηστες. Επίσης, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ανάμεσα στις θέσεις που θα παραμείνουν κενές από την αποχώρηση των "κακών" υπαλλήλων και στη συνάφεια των προσόντων των "καλών" υπαλλήλων με τις κενούμενες θέσεις.

Για το λόγο αυτό η υπεύθυνη στάση είναι η επιλογή των δομών που πρέπει να κλείσουν ή να συγχωνευθούν ή να αναδιαρθρωθούν. Εάν η επιλογή αυτή συνδυασθεί και με συνολικότερη αναδιάρθρωση, τόσο το καλύτερο. Και ιδανικό θα είναι να καταλήξει σε ένα σχήμα, όπου θα είναι διασαφηνισμένες τόσο οι παροχές που ο πολίτης θα δικαιούται να αναμένει από το κράτος, όσο και οι δομές που θα τις παρέχουν ή θα τις διασφαλίζουν. Για να ξέρει, εν τέλει, ο πολίτης τι πληρώνει και για ποιο λόγο επιβαρύνεται.