Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Εξορθολογισμός/ μείωση του κράτους, απολύσεις και δομές

Πολλές συζητήσεις πάνε στράφι, επειδή οι συνομιλητές αποδίδουν διαφορετική έννοια ο καθένας στην ίδια λέξη. Μιλήστε για "μείωση του κράτους": κάποιοι θα το ερμηνεύσουν ως απόλυση ενός αριθμού υπαλλήλων και τίποτε περισσότερο, ως αυτοσκοπό, και θα ασκήσουν κριτική στους υποστηρικτές της μείωσης, τους ανάλγητους, τους νεοφιλελεύθερους και τα υπόλοιπα γνωστά. Θα αντιτείνουν ότι αυτό που χρειάζεται το κράτος δεν είναι η μείωση, αλλά ο εξορθολογισμός του και η αναδιάρθρωσή του.

Αναδιάρθρωση, ή εξορθολογισμός, του κράτους για πολλούς σημαίνει μετακίνηση υπαλλήλων από δω και από κει, ώστε να καλύπτονται κενά σε μια υπηρεσία από τους πλεονάζοντες σε άλλην. Αλλά για άλλους (και για το γράφοντα) σημαίνει κατά βάσιν κάτι ελαφρώς διαφορετικό: είναι η διαδικασία που ακολουθεί τη συζήτηση για τις παροχές που πρέπει να αναμένει ο πολίτης από το κράτος και για τον τρόπο, με τον οποίο οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχονται ή θα διασφαλίζονται.

Φυσικά σε μια περίοδο κρίσης οι επιλογές περιορίζονται και το χρονικό εύρος της συζήτησης επίσης. Δεδομένο, μάλιστα, το οποίο το γνωρίζαμε ήδη από την εποχή των παχιών αγελάδων (επειδή έτσι λειτουργούσε το σύστημα) είναι ότι το κράτος δεν σχεδιάσθηκε με άξονα τις ανάγκες των πολιτών για παροχές, αλλά τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος για έλεγχο του δημοσίου χρήματος και διανομή του κατά τρόπο που θα μεγιστοποιούσε την εκλογική επιρροή. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ήταν ότι το κράτος μεγεθύνθηκε με μοναδικό σκοπό να διευρυνθούν οι δυνατότητες για διορισμούς, οι οποίοι διασφάλιζαν στους διορίζοντες (ή στους μεσολαβούντες) την πίστη όχι μόνο του διοριζομένου, αλλά και των οικείων του τουλάχιστον για μια γενιά. Αυτό το γνωρίζουμε - και είναι βέβαιο, για το λόγο αυτό, ότι οποιαδήποτε εξορθολογιστική αναδιάρθρωση του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, στην Ελλάδα της κρίσης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη μείωσή του και στην απαλλαγή από τους άχρηστους δημοσίους υπαλλήλους.

"Άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι" - άλλη μια έννοια, στην οποία αποδίδονται διάφορα νοήματα. Πολλοί θεωρούν τις έννοιες "άχρηστοι υπάλληλοι" και "δημόσιοι υπάλληλοι" ως ταυτόσημες. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι είτε όσοι δεν έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη θέση που καλύπτουν, είτε δεν αποδίδουν (είτε λόγω ανικανότητας, είτε εσκεμμένα). Η εξεύρεση των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων γίνεται μέσω της ατομικής αξιολόγησης, η οποία αποτελεί και κίνητρο τουλάχιστον για τη βελτίωση της παραγωγικότητας όσων φοβούνται ότι θα αξιολογηθούν αρνητικά. 

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος ορισμός των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων, ευρύτερος. Πίσω από την κακόηχη αυτή φράση κρύβονται όλοι όσοι δεν αποδίδουν στον πολίτη κάτι. Είτε για τους παραπάνω υποκειμενικούς λόγους, είτε επειδή η υπηρεσία τους η ίδια δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είτε επειδή χάνεται το ταλέντο τους και η προσπάθειά τους μέσα σε ένα δυσλειτουργικό δημόσιο οργανισμό. Οι υπάλληλοι αυτοί, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα οικονομικό βάρος στο κράτος ακόμη κι όταν δεν φταίνε οι ίδιοι, ακόμη κι εάν απέδιδαν άριστα σε μιαν άλλη υπηρεσία - και, αν συνδυάσουμε την οικονομική επιβάρυνση από τη μισθοδοσία τους με την επιβάρυνση της κοινωνίας με τη γραφειοκρατία που συνήθως οι οργανισμοί τους κουβαλούν (ή την αλλοίωση του ανταγωνισμού, εάν πρόκειται για κρατικές επιχειρήσεις), η ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτούς είναι σαφής.

"Βάρος", να "απαλλαγούμε", πολύ βαριές δεν είναι αυτές οι εκφράσεις, όταν μιλάμε για ανθρώπους; Δεν είναι απαξιωτικές; Όχι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός, αλλά στις θέσεις που καταλαμβάνουν. Και η συζήτηση είναι πολλές φορές στρεβλή, επειδή την αναδιάρθρωση του κράτους τη συζητάμε όχι σε μηδενική βάση, ως θα ωφείλαμε, αλλά στη βάση των ήδη υπαρχουσών κρατικών δομών, μολονότι έχουμε δεχθεί ότι αυτές είναι προβληματικές και εξυπηρετούν το πολιτικό σύστημα και όχι το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες. Συζητώντας σε μηδενική βάση θα έπρεπε να δικαιολογούμε το κάθε ευρώ που ξοδεύει το κράτος (και το παίρνει από τους πολίτες, διά της φορολογίας, υποχρεωτικά, δηλαδή ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους) και την κάθε θέση εργασίας που καθιερώνει. Στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα γίνεται το ακριβώς ανάποδο: θεωρείται δεδομένο το σημερινό κράτος και πρέπει να αιτιολογηθεί ειδικά η κατάργηση κάποιας υπηρεσίας. Θεωρείται κατ' αρχήν δεδομένη, δηλαδή, η υποχρέωση των πολιτών να φορολογούνται, για να διατηρούν υπηρεσίες, οι οποίες δεν τους προσφέρουν κάτι.

Αποτέλεσμα αυτού του στρεβλού διαλόγου είναι και η θεώρηση ότι το κράτος το ζημιώνουν μόνο οι "κακοί" υπάλληλοι, αυτοί δηλαδή που υποκειμενικά δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποδώσουν στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους (και ανεξαρτήτως της χρησιμότητας της υπηρεσίας ή μη). Έτσι, ακούγεται εύκολο και όχι και τόσο "ανάλγητο" να λέμε ότι θα τους εντοπίσουμε τους κακούς, όπου κι αν βρίσκονται, και θα τους διώξουμε - κάτι τέτοιο, στο κάτω-κάτω, θα ικανοποιούσε και το γενικότερο περί δικαίου αίσθημα. Μια τέτοια θεώρηση, όμως, είναι ελαφρώς λαϊκιστική και πολλαπλώς χιμαιρική, ειδικά στη σημερινή Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει παράδοση αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο, όμως, επειδή δεν αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα του κράτους και επειδή δεν αποκλείει (εάν θεωρούσαμε ότι η ατομική αξιολόγηση επετύγχανε, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, να κατατάξει κατά φθίνουσα αξιολογική σειρά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και μάλιστα σε κοινό κατάλογο, ανεξαρτήτως της ειδικότερης υπηρεσίας τους) το ενδεχόμενο να φύγουν υπάλληλοι από χρήσιμες υπηρεσίες και να παραμείνουν υπάλληλοι σε άχρηστες. Επίσης, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ανάμεσα στις θέσεις που θα παραμείνουν κενές από την αποχώρηση των "κακών" υπαλλήλων και στη συνάφεια των προσόντων των "καλών" υπαλλήλων με τις κενούμενες θέσεις.

Για το λόγο αυτό η υπεύθυνη στάση είναι η επιλογή των δομών που πρέπει να κλείσουν ή να συγχωνευθούν ή να αναδιαρθρωθούν. Εάν η επιλογή αυτή συνδυασθεί και με συνολικότερη αναδιάρθρωση, τόσο το καλύτερο. Και ιδανικό θα είναι να καταλήξει σε ένα σχήμα, όπου θα είναι διασαφηνισμένες τόσο οι παροχές που ο πολίτης θα δικαιούται να αναμένει από το κράτος, όσο και οι δομές που θα τις παρέχουν ή θα τις διασφαλίζουν. Για να ξέρει, εν τέλει, ο πολίτης τι πληρώνει και για ποιο λόγο επιβαρύνεται.