Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Προσοχή! Το ΑΕΠ παραπλανά!

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (στο εξής ΑΕΠ) είναι μια απλουστευτική αποτύπωση του μεγέθους που έχει η οικονομική δραστηριότητα μέσα στα όρια ενός κράτους. Επισήμως είναι "η συνολική αξία, σε χρηματικές μονάδες, των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σ' ένα συγκεκριμένο έτος" (ορισμός από το σχολικό βιβλίο, που διάβασα εδώ και επιβεβαίωσα και αλλού - άλλως αποτυπώνεται ως "ιδιωτική κατανάλωση + ακαθάριστο σύνολο επενδύσεων + δημόσιες δαπάνες, πλην μεταβιβαστικών, + εξαγωγές - εισαγωγές" - διαβάστε εδώ την ιστορία και τη χρήση του ΑΕΠ ως οικονομικού μεγέθους). Όπως κάθε απλούστευση, έχει τη δυνατότητα συνοπτικά να δώσει, σε επίπεδο τάξεως μεγέθους, μια σοβαρή ένδειξη για την κίνηση μιας οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η προσκόλληση στο συγκεκριμένο δείκτη ενδέχεται ν' αποκρύπτει τις ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας, όπως της ελληνικής, και, ακόμη περισσότερο, να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και ατυχείς αναλογίες, όταν χρησιμοποιείται σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη άλλων οικονομιών.

Πρόκειται για θέμα που, προφανώς, δεν θίγεται για πρώτη φορά σ' αυτή την ανάρτηση - διαβάστε, χαρακτηριστικά, αυτό το άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises. Όμως έχει ενδιαφέρουν να τεθούν κάποιοι προβληματισμοί για τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ και τη χρήση του στη συζήτηση στη χώρα μας. Ήδη από τον ορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί μια στρέβλωση στην εκτίμησή του στη χώρα μας: προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος που παράγεται στη χώρα μας, ανατρέχουμε στην τιμή, με την οποία αυτό αγοράζεται. Προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία των υπηρεσιών του Δημοσίου ουσιαστικά αθροίζουμε τους μισθούς που δίνει το Δημόσιο - ανεξαρτήτως του ουσιαστικού αντικρίσματος των υπηρεσιών αυτών στην κοινωνία. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι η παραγωγικότητα του Δημοσίου είναι τόση, όσες και οι δαπάνες που αυτό πραγματοποιεί - μια προφανώς αυθαίρετη υπόθεση, δεδομένου ότι η "τιμόλογηση" των υπηρεσιών του Δημοσίου δεν γίνεται σε συνθήκες αγοράς, αλλά αποδεικνύεται στην πράξη και διαχρονικά (μιλώντας για την Ελλάδα) ότι στηρίζεται στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων είτε από τη φορολόγηση, είτε από τον εξωτερικό δανεισμό. Πρέπει, αντιστοίχως, να επισημανθεί ότι για την εύρεση του ΑΕΠ δεν υπολογίζεται η δαπάνη για συντάξεις, καθώς αυτές περιλαμβάνονται στις λεγόμενες "μεταβιβαστικές πληρωμές", αυτές, δηλαδή, που γίνονται χωρίς να αντιστοιχούν σε παραγωγή.

Να λοιπόν που ήδη σε μια οικονομία, κατά βάση κρατικιστική, μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα στρεβλής παρουσίασης της πορείας του ΑΕΠ: στη χώρα μας οι δαπάνες για μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή για επιχορήγηση νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες επίσης καταλήγουν σε μισθούς των υπαλλήλων τους, ξεπερνούν τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ - και συμβάλλουν στο ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας μας, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 185 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2013. Η μισθοδοσία αυτή, δηλαδή, αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% του ΑΕΠ. Ας πούμε ότι, μέσα σε ένα χρόνο (ή και σε περισσότερα), ποσοστό των  υπαλλήλων που αντιστοιχεί σε 10% της συνολικής μισθοδοσίας, ήτοι 2 δισεκατομμύρια, έβγαιναν στη σύνταξη και δεν γίνονται προσλήψεις για να καλυφθούν τα κενά, πράγμα που βιώνουμε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Κάτι τέτοιο από μόνο του συνεπάγεται μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 1%, η οποία απλώνεται χρονικά στο διάστημα, κατά το οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι (ας πούμε 150.000, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση ότι μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια) γίνονται συνταξιούχοι και παύουν να λαμβάνουν μισθό (που υπολογίζεται για την εύρεση του ΑΕΠ) και αρχίζουν να λαμβάνουν σύνταξη (που δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του ΑΕΠ). Φαινομενικά, δηλαδή, η συνταξιοδότηση υπαλλήλων αφ' εαυτής συνεπάγεται ύφεση (= μείωση του ΑΕΠ) επειδή, σύμφωνα με τη θεωρία, μειώνεται αναλόγως και η παραγωγικότητα του Δημοσίου. Προσωπικά δεν διαπίστωσα αύξηση της παραγωγικότητας του Δημοσίου το 2009 σε σχέση με το 2004, διάστημα κατά το οποίο αυξήθηκε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων κατά 170.000 περίπου, ούτε κάποια μείωση της παραγωγικότητας μεταξύ 2010 και σήμερα, που έχουν συνταξιοδοτηθεί περί τους 150.000 υπαλλήλους.
 
Αλλά αυτό είναι μάλλον ήσσονος σημασίας παράδειγμα - κάπως ενδεικτικό, όμως, της παραπλανητικής χρήσης των όρων "ύφεση" και "ανάπτυξη" αποκλειστικά ως όρους που καταδεικνύουν τη μείωση ή την αύξηση του ΑΕΠ. Εάν δεχθούμε, όπως σ' αυτό το άρθρο, ότι ανάπτυξη είναι ουσιαστικά μόνο η βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας οικονομίας, η "ανάπτυξη" που βίωσε η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες είναι μάλλον πλασματική ή, για να το θέσουμε αλλιώς, η εικόνα που έδινε η αύξηση του ΑΕΠ μέχρι και το 2007 (σημειωτέον ότι ήδη το 2008 είχε μειωθεί ελαφρώς και μειώθηκε κατά 3,8% το 2009) για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν παραπλανητική.
 
Παρόμοια παραπλάνηση μπορεί να προκύψει, όταν χρησιμοποιείται το ΑΕΠ της χώρας μας συγκριτικά με το ΑΕΠ άλλων οικονομιών, κυρίως για να προσδιορισθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε δαπάνες, είτε έσοδα του κράτους σε σύγκριση με άλλες χώρες που θεωρούμε παραδείγματα οικονομικών που λειτουργούν καλά. Ειδικά στα έσοδα, πολλές φορές γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ και την επιβάρυνση των πραγματικά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Κατ' αρχάς, δεν αποτυπώνεται στο ΑΕΠ ο λόγος του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού σε σχέση με τον μη-ενεργό πληθυσμό (άνεργοι, συνταξιούχοι, ανήλικοι κ.λπ.). Περαιτέρω, το ΑΕΠ αποτυπώνει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, των πωλουμένων προϊόντων ή παρεχομένων υπηρεσιών, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της ουσιαστικής χρηστικότητάς τους ή, ακόμη περισσότερο, μεταξύ της δυνατότητάς τους να οδηγήσουν σε εισροές συναλλάγματος ή τις ανάγκες τους για εκροές συναλλάγματος - ή, όπως λέγεται περισσότερο επιστημονικά και αναλύεται σ' αυτό το άρθρο από τον κ. Χρήστο Ιωάννου, μεταξύ του τομέα διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών και του τομέα μη διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκω σ' αυτό εδώ το άρθρο. Ο συγγραφέας του θέλει ν' αποδείξει ότι η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας δεν είναι και πολύ σπουδαία - ούτε και η δαπάνη μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων. Και για να το κάνει αυτό, ανάγει τα αντίστοιχα νούμερα σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο συγκρίνει στη συνέχεια με τα ποσοστά άλλων, ανεπτυγμένων κρατών. Αν όμως ίσχυαν αυτά που αναφέρει ως συμπέρασμα ο κ. Μανόλης Βασιλάκης παραπάνω, η χώρα μας θα είχε σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ και θα προσείλκυε άμεσες ξένες επενδύσεις. Ωστόσο, δεν ισχύουν - επειδή το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Η φορολογική επιβάρυνση (εξαιρώντας τη φορολογία επί της ακινήτου περιουσίας) δεν επιβαρύνει το σύνολο του πληθυσμού, αλλά κυρίως την παραγωγική βάση η οποία είναι, στην Ελλάδα των 1.500.000 ανέργων, των 3.000.000 συνταξιούχων και των 1.000.000 υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα (για να μη προστεθεί και τουλάχιστον 1.000.000 ελευθέρων επαγγελματιών που υπολειτουργούν), ιδιαιτέρως περιορισμένη. Είναι δηλαδή ιδιαιτέρως σοβαρή για κάποιον που επενδύει - καθώς η συρρίκνωση της φορολογικής βάσεως και η ανάγκη διατήρησης σε υψηλά επίπεδα των φορολογικών εσόδων ("ανάγκη", όπως την αντιλαμβάνεται η παρούσα κυβέρνηση, δηλαδή) κατ' ανάγκην συνεπάγεται την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της φορολογικής βάσεως που διαρητείται.
 
Περισσότερο από το ΑΕΠ πρέπει να μας απασχολεί η πραγματική παραγωγική βάση της οικονομίας μας. Ενδεχομένως, το πιο ενδεικτικό μέγεθος για την υγεία της παραγωγής και της οικονομίας μας είναι το εμπορικό ισοζύγιο ή, συνεκτιμώντας και την οικονομία συνολικότερα, το ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό υπολογίζεται για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, ότι θα είναι φέτος αρνητικό κατά μόλις 0,5% επί του ΑΕΠ. Ακόμη κι εδώ, όμως, είναι απαραίτητες οι διευκρινίσεις που δίνονται σ' αυτό το άρθρο του κ. Κώστα Καλλίτση: η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών οφείλεται κυρίως στη μείωση των τόκων και των εισαγωγών, όχι από κάποια σπουδαία αύξηση των εξαγωγών. Επιπλέον, η διάρθρωση της οικονομίας καθιστά τις εξαγωγές δυσκολότερες, καθώς οι περισσότερες εξαγωγικές δραστηριότητες, κατά 65%, είναι προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ η αξία των εισροών που απαιτούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν που πρόκειται στο τέλος να εξαχθεί, κυμαίνονται από το 35% μέχρι το 85% της αξίας του προϊόντος.
 
Τα παραπάνω προβλήματα δεν αποτυπώνονται στο ΑΕΠ. Η χώρα μας, δυστυχώς, έχει πολλές ιδιαιτερότητες, που καθιστούν παραπλανητικό το ΑΕΠ ως ένδειξη για την ανάπτυξη ή την ύφεσή της, πολύ περισσότερο για τη σύγκρισή της με άλλα, περισσότερο επιτυχημένα, οικονομικά μοντέλα. Χωρίς αυτό να ακυρώνει την αξία του ΑΕΠ, είναι ανάγκη η δημόσια συζήτηση να αφιερώνεται λίγο περισσότερο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παραγωγής - έτσι θα περιγραφούν καλύτερα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και οι ελλείψεις της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας και, αντίστοιχα, θα γίνει αντιληπτός και ο ρόλος που έχει παίξει το κράτος στην καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.