Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Αστυνομία: το φαίνεσθαι και το είναι

Μία είναι η απολύτως αναγκαία προϋπόθεση, για να αποφύγουμε την πολιτική και κοινωνική ανωμαλία, την εκτεταμένη βεντέτα και αυτοδικία: να πιστέψει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ότι η συντεταγμένη Πολιτεία, και ειδικότερα η αστυνομία, έχει τη βούληση και την ικανότητα να επιβάλει το νόμο - και μάλιστα αντικειμενικά, αμερόληπτα. Ποιος θα πείσει κάποιον που νοιώθει απροστάτευτος από την αστυνομία ή και, ακόμη περισσότερο, δυνητικό θύμα της αστυνομικής αυθαιρεσίας να μη προσπαθήσει να βρει ο ίδιος το δίκαιό του; Είναι έργο που έχουμε ξαναδεί, και στο εξωτερικό και στη χώρα μας, με ολέθρια εξέλιξη.

Σήμερα διάχυτη είναι η πεποίθηση ότι η αστυνομία δεν είναι αμερόληπτη. Ότι ανέχεται επιλεκτικά ενέργειες από τη Χρυσή Αυγή - καταγγέλλονται επανειλημμένες πράξεις βίας κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας που συνάντησαν την αδιαφορία της αστυνομίας, περίεργη συμπεριφορά κατά τις διαδηλώσεις που φθάνει σε σημείο σύμπραξης μεταξύ αστυνομίας και Χρυσής Αυγής, εκτιμάται ότι τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας είναι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής κατά 50%, ενώ πολύ προφανές παράδειγμα είναι και η ανοχή που επεδείχθη στην κατάληψη στην Κακαβιά. Αν σ' αυτά προστεθούν και οι καταγγελίες για βία κατά μεταναστών εκ μέρους στελεχών της ίδιας της αστυνομίας, είναι σαφές ότι η αστυνομία, δικαίως μάλλον παρά αδίκως, δεν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία (όχι τόσο για το τι ψηφίζουν οι αστυνομικοί, όσο για τις υπόλοιπες πράξεις και παραλείψεις).

Η έλλειψη της έξωθεν καλής μαρτυρίας έχει και μια ακόμη δυσμενή συνέπεια: εμποδίζει συναισθηματικά και ηθικά τους πολίτες να συνδράμουν την αστυνομία στο έργο της, ειδικά όταν πρόκειται για την παρεμπόδιση επεισοδίων ή καταστροφών, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι η αστυνομία εκμεταλλεύεται τις πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει από τους πολίτες, για να μεροληπτήσει υπέρ της Χρυσής Αυγής και κατά των πολιτικών της αντιπάλων. Ο πολίτης που, υπό άλλες συνθήκες, θα συνεργαζόταν με την αστυνομία, θεωρεί ότι γίνεται σπιούνος, χαφιές, καρφί κ.λπ.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σε μια συντεταγμένη Πολιτεία η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν είναι απλή θεωρητική άσκηση, αλλά προϋπόθεση για την ομαλότητα. Και, προκειμένου να θεμελιωθεί η εμπιστοσύνη αυτή, μετά από όλα αυτά, η αστυνομία είναι που πρέπει να αλλάξει και την εικόνα της, αλλά και τις μεθόδους της. Συνήθως αυτό σημαίνει περισσότερη διαφάνεια και περισσότερο εξωτερικό έλεγχο (όχι, όμως, στο βαθμό που θα θίγεται η υπηρεσιακή αυτοτέλεια της αστυνομίας). Ο έλεγχος μπορεί να είναι δικαστικός, κοινωνικός, τεχνολογικός (λ.χ. ανακρίσεις με βιντεοσκόπηση), η αστυνομία μπορεί να αναπτύξει συνεργασία με τις μεταναστευτικές κοινότητες, με συλλογικότητες, ο διάλογος πρέπει να αντικαταστήσει την καχυποψία. Σε πολύ πιο περίπλοκες καταστάσεις, με τεράστιες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ αστυνομικών και πολιτών και κοινοτήτων μεταξύ τους, έχουν εφαρμοσθεί με επιτυχία κάποιες από τις παραπάνω μεθόδους.

Φυσικά και οι αστυνομικοί δεν πρέπει να αντιμετωπισθούν από τις προϊστάμενες υπηρεσιακές και πολιτικές αρχές ως κατά τεκμήριο κακοί και διεφθαρμένοι. Αλλά αναγκαίο περιεχόμενο των ημερησίων διαταγών και της εκπαίδευσής τους πρέπει να είναι και η προσέγγισή τους στο σύνολο των πολιτών. Το καθήκον τους είναι να φροντίζουν για την τήρηση της νομιμότητας ανεξαρτήτως προσώπων - το ποινικό μας δίκαιο τυποποιεί πράξεις, όχι φρονήματα ή προσωπικές ιδιότητες. Γνωρίζουμε ότι το καθήκον αυτό είναι δύσκολο, επικίνδυνο και δεν αμείβεται όπως πρέπει. Αλλά, χωρίς να φταίνε πολλοί από τους αστυνομικούς, υπάρχει μια σχηματισμένη εικόνα από μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας εις βάρος τους. Είναι προς το συμφέρον τους, και προσωπικό και υπηρεσιακό, να την ανατρέψουν.