Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Το αποτυχημένο μνημόνιο που αύξησε το δημόσιο χρέος

"Τι μου λες για το μνημόνιο - έχει αποτύχει, αφού αύξησε το δημόσιο χρέος μας".
(λαϊκή ρήση)
 
Το κατά πόσον έχουν εφαρμοσθεί τα μνημόνια είναι μία συζήτηση. Εάν έχουν γίνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, εάν με αφορμή την κρίση θα μπορούσαμε να προσβλέπουμε σε μίαν άλλη Ελλάδα είναι άλλη συζήτηση. Αλλά να λέμε ότι το μνημόνιο απέτυχε, επειδή το χρέος παρ' όλα αυτά αυξήθηκε, ε, συγγνώμη, αυτό δείχνει ασχετοσύνη. Δεν θα το έγραφα τόσο έντονα, εάν δεν έβλεπα ότι ακόμη και σήμερα, 4 χρόνια μέσα στην κρίση, κάποια πράγματα δεν τα έχουμε καταλάβει ακόμα, παρά την τεράστια ροή πληροφοριών που είχαμε.
 
Ας πάμε στο πιο απλό: ότι το μνημόνιο δεν κατάφερε να σταθεροποιήσει το δημόσιο χρέος. Για να παραμείνει το δημόσιο χρέος στο ίδιο επίπεδο το 2010 σε σχέση με το 2009 θα έπρεπε να γίνει κάτι απλό το 2010: να μη ξοδέψει το κράτος περισσότερα από όσα θα εισέπραττε. Με δεδομένο ότι το 2009 το κράτος ξόδεψε 36 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισέπραξε, η απλή λύση θα ήταν να βρει τρόπο να ξοδέψει 36 δισεκατομμύρια λιγότερα το 2010 και να διατηρήσει τα έσοδά του στο ίδιο επίπεδο. Μια διόρθωση της τάξεως των 10-13 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2010 έγινε μέσα από φοβερά επώδυνες περικοπές και σημαντικές αυξήσεις φόρων. Θα έπρεπε όλα αυτά να έχουν γίνει στο τριπλάσιο σχεδόν. Μόνο τότε θα είχε διατηρηθεί το δημόσιο χρέος στα ίδια επίπεδα σε απόλυτους αριθμούς.
 
[Θα πει κάποιος: μα, αν καταπολεμούσαμε τη φοροδιαφυγή, θα είχαμε κλείσει το κενό χωρίς μειώσεις δαπανών. Μάλιστα. Ακόμη κι εάν υποθέσουμε ότι κάπως θα βρίσκαμε 36 δισεκατομμύρια από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, υπενθυμίζουμε ότι ο στόχος του πρώτου μνημονίου, πολύ λιγότερο φιλόδοξος, για 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ που θα προέκυπταν από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ετησίως, δεν μπόρεσε να επιτευχθεί. Προφανώς η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής ήταν ευχή των δανειστών μας, δεν μπορούμε σ' αυτούς να επιρρίψουμε τη σχετική αποτυχία.]
 
Βέβαια, αν το καλοδούμε, εξ αρχής δεδομένο αποτέλεσμα του μνημονίου ήταν να αυξήσει το δημόσιο χρέος προτού ν' αρχίσει να το μειώνει - ή, για να ακριβολογούμε, να μας επιτραπεί να συνεχίσουμε να κάνουμε ελλειμματικούς προϋπολογισμούς για μερικά χρόνια. Για να μη χρεωκοπήσουμε, αλλά προκειμένου να μπορούμε να εξοφλούμε τις υποχρεώσεις* χωρίς να κόψουμε αμέσως και με το μαχαίρι 36 δισεκατομμύρια ευρώ δαπανών το χρόνο, αλλά να τα κόβουμε σταδιακά, ήλθαν οι ("μνημονιακοί") δανειστές μας και μας εξυπηρέτησαν. Απλώς, το χρέος αυξήθηκε με πολύ βραδύτερο ρυθμό, σε σχέση με αυτό που θα συνέβαινε, εάν συνεχίζαμε να δανειζόμαστε από τις αγορές (υπόθεση τουλάχιστον αμφίβολη). Σκεφθείτε να δανειζόταν η Ελλάδα τα ίδια ποσά (ή και περισσότερα, εάν δεν έκανε δημοσιονομική προσαρμογή) με επιτόκια της τάξεως του 7% ετησίως (επίτηδες υπερβολικά αισιόδοξη η εκτίμηση). Σε σχέση με το 3% και λιγότερο που δανείζεται με βάση το μνημόνιο - θα είχε μεγαλύτερη ή μικρότερη επιβάρυνση του δημοσίου χρέους της;
 
Επομένως, όσα στραβά και να βρει κανείς στο μνημόνιο ή την εφαρμογή του, η επιβάρυνση του δημοσίου χρέους δεν είναι ένα από αυτά. Και όποιος λέει τα αντίθετα, λυπάμαι, αλλά μάλλον δεν έχει μπει στον κόπο να πολυεξετάσει τι συμβαίνει. Μάλλον η κοσμοθεωρία του καλύπτεται πλήρως από σιωνιστικές συνωμοσίες και ηλιθιογόνα αέρια.

* θεώρηση σχηματική, δεδομένων και των πολύ μεγάλων παλαιότερων ομολόγων που έληγαν και καθίσταντο ληξιπρόθεσμα την περίοδο 2010-2012.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

Εξορθολογισμός/ μείωση του κράτους, απολύσεις και δομές

Πολλές συζητήσεις πάνε στράφι, επειδή οι συνομιλητές αποδίδουν διαφορετική έννοια ο καθένας στην ίδια λέξη. Μιλήστε για "μείωση του κράτους": κάποιοι θα το ερμηνεύσουν ως απόλυση ενός αριθμού υπαλλήλων και τίποτε περισσότερο, ως αυτοσκοπό, και θα ασκήσουν κριτική στους υποστηρικτές της μείωσης, τους ανάλγητους, τους νεοφιλελεύθερους και τα υπόλοιπα γνωστά. Θα αντιτείνουν ότι αυτό που χρειάζεται το κράτος δεν είναι η μείωση, αλλά ο εξορθολογισμός του και η αναδιάρθρωσή του.

Αναδιάρθρωση, ή εξορθολογισμός, του κράτους για πολλούς σημαίνει μετακίνηση υπαλλήλων από δω και από κει, ώστε να καλύπτονται κενά σε μια υπηρεσία από τους πλεονάζοντες σε άλλην. Αλλά για άλλους (και για το γράφοντα) σημαίνει κατά βάσιν κάτι ελαφρώς διαφορετικό: είναι η διαδικασία που ακολουθεί τη συζήτηση για τις παροχές που πρέπει να αναμένει ο πολίτης από το κράτος και για τον τρόπο, με τον οποίο οι υπηρεσίες αυτές θα παρέχονται ή θα διασφαλίζονται.

Φυσικά σε μια περίοδο κρίσης οι επιλογές περιορίζονται και το χρονικό εύρος της συζήτησης επίσης. Δεδομένο, μάλιστα, το οποίο το γνωρίζαμε ήδη από την εποχή των παχιών αγελάδων (επειδή έτσι λειτουργούσε το σύστημα) είναι ότι το κράτος δεν σχεδιάσθηκε με άξονα τις ανάγκες των πολιτών για παροχές, αλλά τις ανάγκες του πολιτικού συστήματος για έλεγχο του δημοσίου χρήματος και διανομή του κατά τρόπο που θα μεγιστοποιούσε την εκλογική επιρροή. Αποτέλεσμα αυτού του τρόπου λειτουργίας του πολιτικού συστήματος ήταν ότι το κράτος μεγεθύνθηκε με μοναδικό σκοπό να διευρυνθούν οι δυνατότητες για διορισμούς, οι οποίοι διασφάλιζαν στους διορίζοντες (ή στους μεσολαβούντες) την πίστη όχι μόνο του διοριζομένου, αλλά και των οικείων του τουλάχιστον για μια γενιά. Αυτό το γνωρίζουμε - και είναι βέβαιο, για το λόγο αυτό, ότι οποιαδήποτε εξορθολογιστική αναδιάρθρωση του κράτους στη σημερινή Ελλάδα, στην Ελλάδα της κρίσης, θα οδηγήσει αναπόφευκτα στη μείωσή του και στην απαλλαγή από τους άχρηστους δημοσίους υπαλλήλους.

"Άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι" - άλλη μια έννοια, στην οποία αποδίδονται διάφορα νοήματα. Πολλοί θεωρούν τις έννοιες "άχρηστοι υπάλληλοι" και "δημόσιοι υπάλληλοι" ως ταυτόσημες. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι άχρηστοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι είτε όσοι δεν έχουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τη θέση που καλύπτουν, είτε δεν αποδίδουν (είτε λόγω ανικανότητας, είτε εσκεμμένα). Η εξεύρεση των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων γίνεται μέσω της ατομικής αξιολόγησης, η οποία αποτελεί και κίνητρο τουλάχιστον για τη βελτίωση της παραγωγικότητας όσων φοβούνται ότι θα αξιολογηθούν αρνητικά. 

Υπάρχει όμως κι ένας άλλος ορισμός των άχρηστων δημοσίων υπαλλήλων, ευρύτερος. Πίσω από την κακόηχη αυτή φράση κρύβονται όλοι όσοι δεν αποδίδουν στον πολίτη κάτι. Είτε για τους παραπάνω υποκειμενικούς λόγους, είτε επειδή η υπηρεσία τους η ίδια δεν έχει κάτι ουσιαστικό να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, είτε επειδή χάνεται το ταλέντο τους και η προσπάθειά τους μέσα σε ένα δυσλειτουργικό δημόσιο οργανισμό. Οι υπάλληλοι αυτοί, όπως και να το κάνουμε, είναι ένα οικονομικό βάρος στο κράτος ακόμη κι όταν δεν φταίνε οι ίδιοι, ακόμη κι εάν απέδιδαν άριστα σε μιαν άλλη υπηρεσία - και, αν συνδυάσουμε την οικονομική επιβάρυνση από τη μισθοδοσία τους με την επιβάρυνση της κοινωνίας με τη γραφειοκρατία που συνήθως οι οργανισμοί τους κουβαλούν (ή την αλλοίωση του ανταγωνισμού, εάν πρόκειται για κρατικές επιχειρήσεις), η ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτούς είναι σαφής.

"Βάρος", να "απαλλαγούμε", πολύ βαριές δεν είναι αυτές οι εκφράσεις, όταν μιλάμε για ανθρώπους; Δεν είναι απαξιωτικές; Όχι, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός, αλλά στις θέσεις που καταλαμβάνουν. Και η συζήτηση είναι πολλές φορές στρεβλή, επειδή την αναδιάρθρωση του κράτους τη συζητάμε όχι σε μηδενική βάση, ως θα ωφείλαμε, αλλά στη βάση των ήδη υπαρχουσών κρατικών δομών, μολονότι έχουμε δεχθεί ότι αυτές είναι προβληματικές και εξυπηρετούν το πολιτικό σύστημα και όχι το δημόσιο συμφέρον και τους πολίτες. Συζητώντας σε μηδενική βάση θα έπρεπε να δικαιολογούμε το κάθε ευρώ που ξοδεύει το κράτος (και το παίρνει από τους πολίτες, διά της φορολογίας, υποχρεωτικά, δηλαδή ανεξαρτήτως της βουλήσεώς τους) και την κάθε θέση εργασίας που καθιερώνει. Στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα γίνεται το ακριβώς ανάποδο: θεωρείται δεδομένο το σημερινό κράτος και πρέπει να αιτιολογηθεί ειδικά η κατάργηση κάποιας υπηρεσίας. Θεωρείται κατ' αρχήν δεδομένη, δηλαδή, η υποχρέωση των πολιτών να φορολογούνται, για να διατηρούν υπηρεσίες, οι οποίες δεν τους προσφέρουν κάτι.

Αποτέλεσμα αυτού του στρεβλού διαλόγου είναι και η θεώρηση ότι το κράτος το ζημιώνουν μόνο οι "κακοί" υπάλληλοι, αυτοί δηλαδή που υποκειμενικά δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αποδώσουν στο πλαίσιο της υπηρεσίας τους (και ανεξαρτήτως της χρησιμότητας της υπηρεσίας ή μη). Έτσι, ακούγεται εύκολο και όχι και τόσο "ανάλγητο" να λέμε ότι θα τους εντοπίσουμε τους κακούς, όπου κι αν βρίσκονται, και θα τους διώξουμε - κάτι τέτοιο, στο κάτω-κάτω, θα ικανοποιούσε και το γενικότερο περί δικαίου αίσθημα. Μια τέτοια θεώρηση, όμως, είναι ελαφρώς λαϊκιστική και πολλαπλώς χιμαιρική, ειδικά στη σημερινή Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει παράδοση αξιολόγησης. Πολύ περισσότερο, όμως, επειδή δεν αντιμετωπίζει τα δομικά προβλήματα του κράτους και επειδή δεν αποκλείει (εάν θεωρούσαμε ότι η ατομική αξιολόγηση επετύγχανε, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, να κατατάξει κατά φθίνουσα αξιολογική σειρά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και μάλιστα σε κοινό κατάλογο, ανεξαρτήτως της ειδικότερης υπηρεσίας τους) το ενδεχόμενο να φύγουν υπάλληλοι από χρήσιμες υπηρεσίες και να παραμείνουν υπάλληλοι σε άχρηστες. Επίσης, δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα της αναντιστοιχίας ανάμεσα στις θέσεις που θα παραμείνουν κενές από την αποχώρηση των "κακών" υπαλλήλων και στη συνάφεια των προσόντων των "καλών" υπαλλήλων με τις κενούμενες θέσεις.

Για το λόγο αυτό η υπεύθυνη στάση είναι η επιλογή των δομών που πρέπει να κλείσουν ή να συγχωνευθούν ή να αναδιαρθρωθούν. Εάν η επιλογή αυτή συνδυασθεί και με συνολικότερη αναδιάρθρωση, τόσο το καλύτερο. Και ιδανικό θα είναι να καταλήξει σε ένα σχήμα, όπου θα είναι διασαφηνισμένες τόσο οι παροχές που ο πολίτης θα δικαιούται να αναμένει από το κράτος, όσο και οι δομές που θα τις παρέχουν ή θα τις διασφαλίζουν. Για να ξέρει, εν τέλει, ο πολίτης τι πληρώνει και για ποιο λόγο επιβαρύνεται.


Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Στο περιθώριο

Στο περιθώριο νοιώθουμε πιο άνετα. Μοναξιά. Μικρότερος έλεγχος, μεγαλύτερη ελευθερία. Περισσότερος χώρος για την ανάπτυξη του εγωισμού μας. Αλλά και δικαιολογία για τους εαυτούς μας: φταίνει οι άλλοι, οι πολλοί που δεν μας καταλαβαίνουν. Φταίνε αυτοί που θέλουν να τους λέμε μόνο ευχάριστα, να τους κολακεύουμε. Ξέρουμε εμείς, οι άλλοι δεν ξέρουν. Ποιος θα κάτσει να μας ακούσει, όλοι αρκούνται στην επιφανειακή ανάγνωση, στα εύκολα συνθήματα.

Τα λέγαμε αυτά μέσα μας ή και μεταξύ μας όλα αυτά τα χρόνια; Ναι. Κακίζαμε τη νοοτροπία του Έλληνα, το συμφεροντολογισμό του, το ρουσφετολογικό σύστημα που ύψωνε τείχος τεράστιο και αξεπέραστο στις προσπάθειές μας. Μόνο που το τείχος αυτό ήταν κτισμένο και από άλλους, αλλά και από εμάς και, στην πραγματικότητα, μας χώριζε όχι από το εκλογικό σώμα καθ' αυτό, αλλά από την κοινωνία. Η ιδέα που είχαμε για τον εαυτό μας μας κρατούσε στο περιθώριο. Κάπου μας βόλευε. Κάπου διατηρούσαμε ανέπαφη την ιδέα που είχαμε για την ανωτερότητά μας.

Πάντα θέλαμε να βοηθήσουμε την πατρίδα. Πριν την κρίση μπορεί να μιλούσαμε (μόνοι εμείς, φυσικά) για τα επερχόμενα κακά. Αλλά σαν να μη το πιστεύαμε, δεν κάναμε ό,τι μπορούσαμε, για να πείσουμε. Μετά, όταν η κρίση φάνηκε να δικαιώνει τις προβλέψεις μας, νομίσαμε ξαφνικά ότι γίναμε δημοφιλείς. Πιστεύαμε ότι θα μπούμε στη Βουλή, συζητούσαμε ποιο υπουργείο θα πάρουμε (φυσικά θα μας έδιναν τα πιο απαιτητικά: Οικονομικών, Εσωτερικών, Υγείας), ποια μεταρρύθμιση, από αυτές που είχαν συγκλονίσει ως προτάσεις το εκλογικό σώμα, θα εφαρμόζαμε πρώτα. Πιστέψαμε ότι βγήκαμε από το περιθώριο, επειδή ο λαουτζίκος ξύπνησε και άρχισε να μας καταλαβαίνει.

Τα αποτελέσματα των εκλογών μας επανέφεραν στην πραγματικότητα. Περιθώριο ήμασταν, περιθώριο παραμένουμε. Φυσικά δεν φταίγαμε εμείς, υπερτιμήσαμε την ωριμότητα του λαού. Και τη δεύτερη φορά, εκεί όπου μας συνέθλιψε το δίπολο, έφταιγαν οι συνθήκες, όχι εμείς. Οι ήπιες απόψεις μας δεν κατάφεραν να εισχωρήσουν στον πολιτικό διάλογο, εξ αιτίας της πόλωσης.

Και μετά βρεθήκαμε εκεί, όπου ήμασταν από την αρχή: στο περιθώριο. Κάτι πήγαμε να κάνουμε, κάπου να αρχίσουμε ν' ακούμε περισσότερο, να δούμε μήπως τελικά υπάρχουν και άλλοι περιθωριακοί, που μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους και να ξεφύγουμε από το περιθώριο, να μπούμε λίγο στο κέντρο. Αλλά ούτε κι αυτό μας άρεσε, θεωρήσαμε ότι έτσι προδίδουμε αρχές και αξίες προαιώνιες. Διαπιστώσαμε ότι το πρόβλημά μας είναι η οργάνωση - αν καταφέρναμε να οργανωθούμε, τότε θα απλώναμε τα δίχτυα μας παντού, θα ήμασταν σε όλο το φάσμα του συστήματος και όχι στο περιθώριο. Το όνειρο αυτό το ζούμε ακόμα. Μήπως ήλθε η ώρα και να τσιμπηθούμε κιόλας;

ΥΓ. Το περιθώριο χαρακτηρίζεται από μεγάλους εγωισμούς. Η χρήση του πληθυντικού μεγαλοπρεπείας σ' αυτό το κείμενο, επομένως, δεν πρέπει να ξενίσει.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Η δουλειά της τρόικας

Για όλα τα δεινά μας φταίει η τρόικα*. Φταίει που καταπίνει το αίμα του λαού. Φταίει που δεν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις. Φταίει για την ύφεση. Φταίει για την ανεργία. Φταίει για την απώλεια της εθνικής μας κυριαρχίας. Φταίει που είναι απόλυτη στις απαιτήσεις της - ή που δεν έχει απαιτήσεις για ανάπτυξη (που συνήθως συνδέονται με τη διάχυση περισσότερου χρήματος στην αγορά).

Η τρόικα έχει μιαν αποστολή: να διασφαλίσει ότι οι δανειστές (ήτοι τα λοιπά κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) θα μπορέσουν να πάρουν πίσω τα χρήματα που μας δάνεισαν. Είναι σαφές ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αποστολής τους είναι η χώρα μας να γνωρίσει ανάπτυξη. Είναι μεγάλα τα χρέη και μακρύς ο χρόνος της αποπληρωμής τους, η αποπληρωμή των χρεών δεν διασφαλίζεται με βραχυπρόθεσμες βελτιώσεις σε δείκτες, αλλά με τη συνολική (και μάλιστα θεαματική) ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, πράγμα που όλοι φωνάζουμε ότι θέλουμε. Επομένως, σε μεγάλο βαθμό, ό,τι είναι καλό για την τρόικα, είναι καλό και για εμάς.

Η τρόικα έχει ένα πλεονέκτημα και ένα μειονέκτημα. Το πλεονέκτημα είναι ότι λογοδοτεί στα αντίστοιχα όργανα και δεν έχει εξαρτήσεις από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Δεν οφείλει χάρες, δεν έχει εμπλακεί σε ρουσφέτια, δεν υποχρεούται να σκεφθεί πώς θα εξακολουθήσει να βολεύει τους κομματικούς στρατούς που κατέλαβαν το Δημόσιο. Αυτό βέβαια συνεπάγεται και ότι η τρόικα δεν ξέρει πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα (ακόμη έχει να μάθει πολλά!) και πολλές φορές δεν μπορεί ν' αντιληφθεί τις διάφορες πολιτικές ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν από μια κυβέρνηση που προέρχεται από τα σπλάχνα του πολιτικού συστήματος που ρήμαξε τη χώρα, Έχει και ένα πρόσθετο μειονέκτημα η τρόικα: παρά τα όσα λέγονται, η χώρα μας δεν έχει απολέσει την εθνική της κυριαρχία. Η τρόικα δεν νομοθετεί. Και οι όποιες διαφωνίες της με τους ασκούντες την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία δεν μπορούν να είναι αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης (αφού η τρόικα δεν έχει λαϊκή νομιμοποίηση, ούτε αποσκοπεί να αποκτήσει), αλλά ζήτημα προς συζήτηση και, ενδεχομένως, διαπραγμάτευση μεταξύ των προϊσταμένων της τρόικας και της κυβέρνησης.

Η αποσολή της τρόικας ασκείται μέσω της μιας, μοναδικής εισηγητικής αρμοδιότητας που έχει: προτείνει να χορηγηθεί ή να μη χορηγηθεί κάθε φορά η δόση της δανειοδότησης της χώρας μας από τους τρεις δανειστές της κυρίως ελέγχοντας εάν έχουν τηρηθεί τα συμφωνηθέντα (στα μνημόνια που συνοδεύουν τις δανειακές συμβάσεις). Πόσο μπορεί με αυτό να επηρεάσει τις εσωτερικές εξελίξεις; Αρκετά. Θεωρητικά η εισήγησή της μπορεί να παρακαμφθεί με πολιτικά κριτήρια (εδώ έχει σημασία η συμμετοχή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στο οποίο τέτοια κριτήρια δεν πολυ-πιάνουν), όμως στην πράξη ακολουθείται. Ωστόσο, παρά τους μεσοπρόθεσμους μακροοικονομικούς στόχους που είναι σημαντικοί, στην καταβολή κάθε δόσης κρίνονται, όπως είναι φυσικό, οι περισσότερο βραχυπρόθεσμες δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας μας και, ειδικότερα, η συμμόρφωση με αναληφθείσες μερικότερες υποχρεώσεις.

Αυτό το εκμεταλλεύονται οι κυβερνήσεις, οι οποίες αποδίδουν κάθε αντιδημοφιλές μέτρο στην τρόικα και αντιστέκονται όσο μπορούν σε πραγματικές μεταρρυθμίσεις, των οποίων η απόδοση θα ήταν μακροπρόθεσμη. Δεν είμαι σίγουρος ότι, όπως λειτουργεί ο μηχανισμός του δανεισμού της χώρας μας, η τρόικα θα είχε την ευχέρεια να πιέσει την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία για περισσότερες μεταρρυθμίσεις, απειλώντας να εισηγηθεί την παρακράτηση της εκάστοτε επόμενης δόσης. Το βέβαιον, όμως, είναι ότι ως ελληνικό εκλογικό σώμα αυτός που λογοδοτεί σ' εμάς δεν είναι η τρόικα, αλλά η κυβέρνηση - την τρόικα πρέπει να την κουμαντάρουν οι δανειστές μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να φειδόμεθα κριτικής προς την τρόικα, αλλά να γνωρίζουμε ότι μια τέτοια κριτική ενέχει τον κίνδυνο να ενισχύσει τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό (και όχι την ορθή κριτική για τη βραχυπρόθεσμη επίτευξη δημοσιονομικών στόχων και όχι την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων) και ότι, εν τέλει, εάν η κυβέρνησή μας υιοθετήσει μια πραγματικά μεταρρυθμιστική πρόταση, δεν θα είναι η τρόικα αυτή που θα την εμποδίσει.

Τέλος, δεν πρέπει να τρώμε το παραμύθι που θέλει να πουλήσει η κυβέρνηση, προκειμένου να δικαιολογήσει τις σπασμωδικές της κινήσεις - η προσπάθεια της κυβέρνησης να διατηρήσει άθικτο, κατά το δυνατόν, το πελατειακό κράτος οδηγεί σε διαπίστωση ότι δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα. Δουλειά της τρόικας είναι να το επισημάνει. Δουλειά της κυβέρνησης είναι να μην έχει αφήσει τα πράγματα να φθάσουν σ' αυτό το σημείο.


*Ως τρόικα, για τις ανάγκες αυτής της ανάρτησης, εννοούμε τους εκπροσώπους των τριών ομάδων δανειστών μας (κράτη-μέλη Ευρωζώνης, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) στην Ελλάδα.

Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

Ο Ηρόδοτος και η Χρυσή Αυγή

Η Χρυσή Αυγή σε ανακοίνωσή της ανέφερε με καμάρι ότι τα μέλη της διαβάζουν και γνωρίζουν Αριστοτέλη και Πλάτωνα, αντίθετα με τον Roger Waters που απλώς τους επικαλείται. Αυτή η δήλωση, σε συνδυασμό με τον αυτοπροσδιορισμό του κόμματος ως εθνικιστικού, με βάζει στον πειρασμό να παρατηρήσω ότι μάλλον δεν έχουν διαβάσει Ηρόδοτο ή, τουλάχιστον, δεν τον θεωρούν και κάποιο σπουδαίο ανάγνωσμα.

Ο Ηρόδοτος θεωρείται ο πατέρας της ιστορίας. Τα 9 βιβλία των ιστοριών του έχουν ως κορμό τους Περσικούς πολέμους. Ωστόσο, πώς ξεκινά; Ξεκινά με την περιγραφή των ανατολικών λαών, των Βαβυλωνίων, των Αιγυπτίων, των Μήδων, των Περσών. Και χωρίς καμμίαν αιδώ περιγράφει πολλά από τα ήθη τους με τρόπο επαινετικό. Τολμά να υπονοήσει ότι αρχαιότερος λαός του κόσμου ήσαν οι Φρύγες (και όχι οι Έλληνες), όπως και ότι πολλές θεότητες του ελληνικού δωδεκαθέου έχουν αιγυπτιακή προέλευση.

Αυτά τα γράφει ο πρώτος θεωρούμενος επιστήμων της ιστορίας - επειδή προσπαθεί συνειδητά να ξεχωρίσει την αλήθεια από το μύθο, επειδή στο κείμενό του περιέχει και κρίσεις για τη βασιμότητα του ενός ή του άλλου ενδεχομένου. Η γραφή του είναι ψύχραιμη. Διαβάζοντας όλο το έργο του, ένας Έλληνας θα μπορούσε να νοιώσει υπερηφάνεια όχι μόνο για τα κατορθώματα των (βιολογικών ή όχι, δεν έχει σημασία) προγόνων του, αλλά κυρίως για τις αξίες που συνδέθηκαν με την άμυνα κατά της περσικής εισβολής, για την αγάπη για την ελευθερία και για τη φιλοπατρία, που ανάγονται σε αξίες μεγαλύτερες ακόμη και από τη ζωή. 

Όμως αυτό δεν κάνει εθνικιστικό ανάγνωσμα τις Ιστορίες του Ηροδότου για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος, ο πιο εμφανής, είναι ότι οι αξίες που αναγνωρίζει κανείς στους Έλληνες μαχητές της περιόδου των περσικών πολέμων έχουν καταστεί πλέον πανανθρώπινες ή, τουλάχιστον, αξίες του δυτικού πολιτισμού συνολικότερα. Ο δεύτερος είναι ότι από κανένα σημείο του αναγνώσματος δεν μπορεί κανείς να νοιώσει το συναίσθημα που χαρακτηρίζει τον εθνικισμό, το μίσος για τους άλλους.

Οι Ιστορίες του Ηροδότου φανερώνουν την ήρεμη αυτοπεποίθηση ενός σπουδαίου πολιτισμού, ο οποίος όχι μόνο δεν έχει να φοβηθεί άλλους πολιτισμούς, αλλά με προθυμία ενσωματώνει στοιχεία τους που του ταιριάζουν. Ενός πολιτισμού που τείνει να γίνει οικουμενικός όχι με τα όπλα, αλλά μέσω της επικράτησης των ιδεών του. Αυτός είναι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, ο πολιτισμός που γέννησε τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, ο πολιτισμός που συνδιαμόρφωσαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και έχει γίνει πλέον κτήμα πανανθρώπινο. Αν θελήσουν οι φίλοι και οπαδοί της Χρυσής Αυγής να τον κατανοήσουν, πρέπει πρώτα να ξεκινήσουν από τον Ηρόδοτο. Αλλά όσοι τον διαβάσουν με προσοχή και τον καταλάβουν δεν νομίζω ότι θα παραμείνουν οπαδοί της ιδεολογίας που η Χρυσή Αυγή προβάλλει.

ΥΓ. Για τους παραπάνω λόγους ο Ηρόδοτος είναι ένα από τα πρότυπά μου - και γι' αυτό η απεικόνιση της προτομής του έχει επιλεγεί για το παρόν ιστολόγιο.

ΥΓ2. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ως note στη σελίδα μου στο Facebook στις 24 Ιουλίου 2013.