Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ιδιαιτερότητα και το κουσούρι του Μηνά Χατζησάββα


Ο θάνατος του Μηνά Χατζησάββα ήταν ένα σημαντικό γεγονός επειδή ο Μηνάς Χατζησάββας είχε μια ιδιαιτερότητα, κάτι που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους περισσότερους: ήταν ένας εξαιρετικός ηθοποιός. Το χαρακτηριστικό της ερμηνείας του για μένα, ένα θεατρικά απαίδευτο θεατή, ήταν ότι, όταν τον έβλεπα στην τηλεόραση, δεν ένοιωθα ότι παρακολουθούσα μιαν ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα, αλλά έβλεπα το χαρακτήρα που υποδυόταν και νόμιζα ότι ο χαρακτήρας αυτός υπήρχε, ήταν πραγματικός, και τον παρακολουθούσα ως τέτοιον - και όταν τελείωνε το επεισόδιο, τότε θυμόμουν ότι ο Μηνάς Χατζησάββας ήταν αυτός που υποδύθηκε το συγκεκριμένο ρόλο.

Δεν γνωρίζω τίποτα για τον εκλιπόντα, για την προσωπικότητά του, για το χαρακτήρα του, για τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του ή για την προσωπική του ζωή, πέραν των όσων έγιναν γνωστά με το θάνατό του. Τον γνωρίζω μόνο από τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση. Μπορώ να υποθέσω ότι είχε ένα κουσούρι, το κουσούρι της τελειομανίας - το αποκαλώ κουσούρι, επειδή ένας τόσο ιδιαίτερος ηθοποιός σίγουρα έβγαζε πολλούς συναδέλφους του από τις comfort zones τους, ανεβάζοντας το επίπεδο της σκηνής στην οποία συμμετείχε, και ίσως σε τόσο έντονο βαθμό, ώστε κάποιοι λιγότερο ικανοί ή επιμελείς ή ταλαντούχοι συνάδελφοί του να βλέπουν την τελειομανία του (την οποία εικάζω εκ του αποτελέσματος) ως ενοχλητικό γι’ αυτούς ελάττωμα.

Δεν ήξερα ότι ήταν ομοφυλόφιλος - δεν ήξερα ότι είχε κάνει τη δική του οικογένεια με ένα άλλον άντρα εδώ και 25 χρόνια. Και κανονικά δεν θα έπρεπε να μ’ ενδιαφέρουν αυτά, παρά μόνο ως ιστορικές λεπτομέρειες, ίσως περισσότερο διαφωτιστικές της προσωπικότητας και της τέχνης του Μηνά Χατζησάββα. Δυστυχώς, όμως, τα πληροφορήθηκα - τα πληροφορηθήκαμε, επειδή για μια ακόμη φορά η επιλεκτική ευαισθησία της Πολιτείας απέναντι στην οικογένεια και τη συντροφικότητα εκδηλώθηκε σε συνθήκες τραγικές για τον ίδιο και το σύντροφό του: στην ασθένεια και στο θάνατό του.

Η Πολιτεία, ως οργανωμένη έκφραση της κοινωνίας, εξακολουθεί να αξιώνει ένα ρόλο κυριαρχικό στις πιο προσωπικές μας επιλογές, επιδοκιμάζοντας κάποιες και αποδοκιμάζοντας άλλες. Ότι πρόκειται για ηθική ή ηθικιστική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία, αντίστοιχα, φαίνεται από τη δημόσια συζήτηση κάθε φορά που επιχειρείται να καταστούν κάποιοι θεσμοί, όπως το σύμφωνο συμβίωσης, ουδέτεροι ως προς το σεξουαλικό προσανατολισμό και περισσότερο ανοικτοί σε όλους μας. Το αποτέλεσμα είναι ότι με μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνωρίζει στις «παραδοσιακές» οικογένειες και, κυρίως, στα «παραδοσιακά» ζευγάρια ένα ρόλο αλληλοσυμπληρωματικό, αυτό που αντιστοιχεί στην «κοινωνία βίου».

Σε ένα παντρεμένο ζευγάρι ή σε ένα ζευγάρι που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (και στις δύο περιπτώσεις υποχρεωτικά ετερόφυλο), η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι ένα σπιτικό το έφτιαξαν μαζί, άρα η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από το ένα μέρος του ζευγαριού στο άλλο είναι σχεδόν αυτονόητο και, εάν δεν υπάρχει διαθήκη, ένα μέρος της περιουσίας του ενός συζύγου πάει, με το θάνατό του στον άλλο (τραγική ειρωνεία η χρήση του αρσενικού γένους σε ετερόφυλα ζευγάρια!) ενώ, εάν υπάρχει διαθήκη, η φορολογική επιβάρυνση της μεταβίβασης είναι μικρή. Αναγνωρίζει ότι ο ένας σύζυγος έχει επιλέξει τον άλλον ως τον «άνθρωπό του», που θ’ αποφασίσει για λογαριασμό του, για θέματα κρίσιμα, όταν ο ίδιος δεν μπορεί.

Για τον Μηνά Χατζησάββα και τον σύντροφό του* αυτά δεν ισχύουν. Για χιλιάδες άλλα ζευγάρια, που δεν είναι «παραδοσιακά», δεν ισχύουν. Η Πολιτεία, επειδή αποδοκιμάζει τη σεξουαλική τους συμπεριφορά - για κανένα άλλο λόγο - τους αποκλείει από το δικαίωμα να κάνουν οικογένεια. Τους απαγορεύει να επιλέξουν αυτόν ή αυτήν που θέλουν ως «άνθρωπό τους». Ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης, αυτή τη μορφή συμβίωσης που είναι εξ ορισμού μη-παραδοσιακή σε μια χώρα που προτάσσει την ελληνορθόδοξη ταυτότητά της, καθ’ όσον οδηγεί στην αναγνώριση της εκτός (θρησκευτικού) γάμου συμβίωσης, ούτε καν αυτό μπόρεσε να εξαιρεθεί από την αξίωση της Πολιτείας να έχει λόγο στις προσωπικές μας επιλογές. Στην Ελλάδα του 2015 η αμαρτία, εξ ορισμού μεταφυσική έννοια, εξακολουθεί να αποτελεί κριτήριο, με βάση το οποίο η κοσμική, υποτίθεται, Πολιτεία νομοθετεί.

Δεν πιστεύω στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Δεν δέχομαι δικαιώματα με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Για τον ίδιο λόγο, όμως, δεν μπορώ να δέχομαι τον αποκλεισμό, από δικαιώματα που έχουν απονεμηθεί σε όλους τους άλλους, μιας κατηγορίας ανθρώπων με βάση τις ερωτικές τους προτιμήσεις και σ' αυτά περιλαμβάνω και το γάμο, ως νομική αναγνώριση της κοινωνίας βίου που αποφασίζουν δύο άνθρωποι. Μία Πολιτεία που απονέμει ή στερεί δικαιώματα με βάση τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός είναι μια Πολιτεία κουτσομπόλα, εκφράζει μια κοινωνία που έχει μέσα της τον ολοκληρωτισμό.

Είναι θλιβερό που τα όσα είπε ο σύντροφος του Μηνά Χατζησάββα επισκίασαν τις τιμές που οφείλαμε να του αποδώσουμε ως καλλιτέχνη, επισκίασαν την ιδιαιτερότητά του ως καλλιτέχνη που ξεχώριζε και το κουσούρι του ως τελειομανούς ηθοποιού. Είναι θλιβερό, διότι είμαστε ακόμη, ως κοινωνία, στο σημείο που τα λόγια αυτά έπρεπε να ειπωθούν και μάλιστα με αφορμή ένα θάνατο - επειδή ο Κώστας Φαλελάκης έπρεπε να αφήσει κατά μέρος, για ένα διάστημα, την οδύνη για το χαμό του ανθρώπου του, του άντρα του, προσπαθώντας να μας ταρακουνήσει ένα βήμα πιο μακριά από το Μεσαίωνα.

* Μου την δίνει που πρέπει να αποκαλούμε τον κ. Φαλελάκη «σύντροφο» του Μηνά Χατζησάββα. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητη η δυνατότητα να τον αποκαλούμε σύζυγο ή σύντροφο ή συμβίο και η διάκριση αυτή να ανταποκρίνεται σε επιλογή που θα ήταν διαθέσιμη και για το ζευγάρι αυτό.