Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας μηχανισμός με «επικουρικά» μέτρα

Νομοτεχνικά υπάρχουν πολλές δυνατότητες, ώστε να προβλεφθούν κάποια μέτρα που θα ισχύσουν στο μέλλον εφ' όσον συντρέξει κάποια προϋπόθεση - είτε κατά τρόπο αυτόματο, είτε μετά από εφαρμοστική διοικητική πράξη. Οι τεχνικές αυτές δεν είναι άγνωστες στην ελληνική νομοθεσία.

1. Δυνατότητα εφαρμογής μιας νομοθετικής διάταξης εφ' όσον εκδοθεί κάποια διοικητική πράξη, η οποία ενδεχομένως να την εξειδικεύει

Χαρακτηριστικό παράδειγμα: το δεύτερο μνημόνιο (ν. 4046/2012), που προέβλεπε ότι για την εφαρμογή του θα εκδίδονταν Πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Ο τρόπος αυτός νομοθέτησης έχει κριθεί σύμφωνος με το Σύνταγμα (ΟλΣτΕ 2307/2014).  Φαίνεται, μάλιστα, ότι προκρίθηκαν οι ΠΥΣ αντί των προεδρικών διαταγμάτων, ώστε να μην είναι απαραίτητος κάθε φορά ο προληπτικός έλεγχος του Συμβουλίου της Επικρατείας.

2. Νομικά δεσμευτική υποχρέωση για έκδοση διοικητικής πράξης

Αυτό το έχει κάνει και η παρούσα κυβέρνηση στο άρθρο 14 του ασφαλιστικού/ φορολογικού νομοσχεδίου που ψηφίσθηκε χθες: η σύνταξη αυξάνεται (αλλά θα μπορούσε και να μειώνεται, εάν το επέλεγε ο νομοθέτης) με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας βάσει συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τον πληθωρισμό.

3. Ευθεία εξάρτηση κάποιου μεγέθους ή κάποιας παροχής από δημοσιονομική εξέλιξη ή από τον πληθωρισμό

Η βασική κρατική επιχορήγηση προς τους ΟΤΑ (Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι) είναι το 20% των ετήσιων εισπράξεων του φόρου εισοδήματος + το 12% των ετήσιων εισπράξεων από ΦΠΑ + το 50% της φορολογίας επί της ακίνητης περιουσίας. Είναι, δηλαδή, μεταβαλλόμενο ποσόν. Το ίδιο ισχύει και για την κρατική επιχορήγηση στα κόμματα (0,5 επί τοις χιλίοις των πραγματοποιηθέντων εσόδων του προϋπολογισμού). Βασικά, έτσι λειτουργούσε και η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (Α.Τ.Α.) που ενσωμάτωνε αυτομάτως στο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων το ποσοστό του πληθωρισμού. Φαίνεται ότι προτείνεται μια «αντίστροφη» Α.Τ.Α., όπου η μείωση του ΑΕΠ (ή η μη επαρκής αύξησή του) σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό θα αποφέρει αντίστοιχη μείωση μισθών στο Δημόσιο και συντάξεων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται καν να μεσολαβήσει διοικητική πράξη, αλλά τα ποσά υπολογίζονται αυτόματα, μετά τη λήψη των σχετικών στοιχείων από την ΕΛΣΤΑΤ.

4. Η Βραζιλία το έκανε ήδη απο το 2000!

Ενδιαφέρον έχει και ο μηχανισμός που χρησιμοποίησε η Βραζιλία, κατόπιν υποδείξεως του ΔΝΤ, για να περιορίσει τα έξοδα προσωπικού - ο Νόμος περί Δημοσιονομικής Υπευθυνότητας της Βραζιλίας (άρθρα 18 επ.) που θέτει όρια στη συνολική δαπάνη μισθοδοσίας και συντάξεων σε σχέση με τα έσοδα του προϋπολογισμού που πραγματοποιήθηκαν. Προβλέπει ελέγχους ανά τετράμηνο και μέτρα, σε περίπτωση που τα ανώτατα όρια προσεγγίζονται ή παραβιάζονται.

Επομένως, το ζήτημα της προληπτικής νομοθέτησης δεν είναι τεχνικό (ούτε τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας), αλλ' αμιγώς πολιτικό.


Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Η ιδιαιτερότητα και το κουσούρι του Μηνά Χατζησάββα


Ο θάνατος του Μηνά Χατζησάββα ήταν ένα σημαντικό γεγονός επειδή ο Μηνάς Χατζησάββας είχε μια ιδιαιτερότητα, κάτι που τον έκανε να ξεχωρίζει από τους περισσότερους: ήταν ένας εξαιρετικός ηθοποιός. Το χαρακτηριστικό της ερμηνείας του για μένα, ένα θεατρικά απαίδευτο θεατή, ήταν ότι, όταν τον έβλεπα στην τηλεόραση, δεν ένοιωθα ότι παρακολουθούσα μιαν ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα, αλλά έβλεπα το χαρακτήρα που υποδυόταν και νόμιζα ότι ο χαρακτήρας αυτός υπήρχε, ήταν πραγματικός, και τον παρακολουθούσα ως τέτοιον - και όταν τελείωνε το επεισόδιο, τότε θυμόμουν ότι ο Μηνάς Χατζησάββας ήταν αυτός που υποδύθηκε το συγκεκριμένο ρόλο.

Δεν γνωρίζω τίποτα για τον εκλιπόντα, για την προσωπικότητά του, για το χαρακτήρα του, για τις σχέσεις του με τους συναδέλφους του ή για την προσωπική του ζωή, πέραν των όσων έγιναν γνωστά με το θάνατό του. Τον γνωρίζω μόνο από τις εμφανίσεις του στην τηλεόραση. Μπορώ να υποθέσω ότι είχε ένα κουσούρι, το κουσούρι της τελειομανίας - το αποκαλώ κουσούρι, επειδή ένας τόσο ιδιαίτερος ηθοποιός σίγουρα έβγαζε πολλούς συναδέλφους του από τις comfort zones τους, ανεβάζοντας το επίπεδο της σκηνής στην οποία συμμετείχε, και ίσως σε τόσο έντονο βαθμό, ώστε κάποιοι λιγότερο ικανοί ή επιμελείς ή ταλαντούχοι συνάδελφοί του να βλέπουν την τελειομανία του (την οποία εικάζω εκ του αποτελέσματος) ως ενοχλητικό γι’ αυτούς ελάττωμα.

Δεν ήξερα ότι ήταν ομοφυλόφιλος - δεν ήξερα ότι είχε κάνει τη δική του οικογένεια με ένα άλλον άντρα εδώ και 25 χρόνια. Και κανονικά δεν θα έπρεπε να μ’ ενδιαφέρουν αυτά, παρά μόνο ως ιστορικές λεπτομέρειες, ίσως περισσότερο διαφωτιστικές της προσωπικότητας και της τέχνης του Μηνά Χατζησάββα. Δυστυχώς, όμως, τα πληροφορήθηκα - τα πληροφορηθήκαμε, επειδή για μια ακόμη φορά η επιλεκτική ευαισθησία της Πολιτείας απέναντι στην οικογένεια και τη συντροφικότητα εκδηλώθηκε σε συνθήκες τραγικές για τον ίδιο και το σύντροφό του: στην ασθένεια και στο θάνατό του.

Η Πολιτεία, ως οργανωμένη έκφραση της κοινωνίας, εξακολουθεί να αξιώνει ένα ρόλο κυριαρχικό στις πιο προσωπικές μας επιλογές, επιδοκιμάζοντας κάποιες και αποδοκιμάζοντας άλλες. Ότι πρόκειται για ηθική ή ηθικιστική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία, αντίστοιχα, φαίνεται από τη δημόσια συζήτηση κάθε φορά που επιχειρείται να καταστούν κάποιοι θεσμοί, όπως το σύμφωνο συμβίωσης, ουδέτεροι ως προς το σεξουαλικό προσανατολισμό και περισσότερο ανοικτοί σε όλους μας. Το αποτέλεσμα είναι ότι με μια σειρά από νομοθετικές ρυθμίσεις αναγνωρίζει στις «παραδοσιακές» οικογένειες και, κυρίως, στα «παραδοσιακά» ζευγάρια ένα ρόλο αλληλοσυμπληρωματικό, αυτό που αντιστοιχεί στην «κοινωνία βίου».

Σε ένα παντρεμένο ζευγάρι ή σε ένα ζευγάρι που έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης (και στις δύο περιπτώσεις υποχρεωτικά ετερόφυλο), η Πολιτεία αναγνωρίζει ότι ένα σπιτικό το έφτιαξαν μαζί, άρα η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων από το ένα μέρος του ζευγαριού στο άλλο είναι σχεδόν αυτονόητο και, εάν δεν υπάρχει διαθήκη, ένα μέρος της περιουσίας του ενός συζύγου πάει, με το θάνατό του στον άλλο (τραγική ειρωνεία η χρήση του αρσενικού γένους σε ετερόφυλα ζευγάρια!) ενώ, εάν υπάρχει διαθήκη, η φορολογική επιβάρυνση της μεταβίβασης είναι μικρή. Αναγνωρίζει ότι ο ένας σύζυγος έχει επιλέξει τον άλλον ως τον «άνθρωπό του», που θ’ αποφασίσει για λογαριασμό του, για θέματα κρίσιμα, όταν ο ίδιος δεν μπορεί.

Για τον Μηνά Χατζησάββα και τον σύντροφό του* αυτά δεν ισχύουν. Για χιλιάδες άλλα ζευγάρια, που δεν είναι «παραδοσιακά», δεν ισχύουν. Η Πολιτεία, επειδή αποδοκιμάζει τη σεξουαλική τους συμπεριφορά - για κανένα άλλο λόγο - τους αποκλείει από το δικαίωμα να κάνουν οικογένεια. Τους απαγορεύει να επιλέξουν αυτόν ή αυτήν που θέλουν ως «άνθρωπό τους». Ούτε καν το σύμφωνο συμβίωσης, αυτή τη μορφή συμβίωσης που είναι εξ ορισμού μη-παραδοσιακή σε μια χώρα που προτάσσει την ελληνορθόδοξη ταυτότητά της, καθ’ όσον οδηγεί στην αναγνώριση της εκτός (θρησκευτικού) γάμου συμβίωσης, ούτε καν αυτό μπόρεσε να εξαιρεθεί από την αξίωση της Πολιτείας να έχει λόγο στις προσωπικές μας επιλογές. Στην Ελλάδα του 2015 η αμαρτία, εξ ορισμού μεταφυσική έννοια, εξακολουθεί να αποτελεί κριτήριο, με βάση το οποίο η κοσμική, υποτίθεται, Πολιτεία νομοθετεί.

Δεν πιστεύω στα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Δεν δέχομαι δικαιώματα με βάση τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Για τον ίδιο λόγο, όμως, δεν μπορώ να δέχομαι τον αποκλεισμό, από δικαιώματα που έχουν απονεμηθεί σε όλους τους άλλους, μιας κατηγορίας ανθρώπων με βάση τις ερωτικές τους προτιμήσεις και σ' αυτά περιλαμβάνω και το γάμο, ως νομική αναγνώριση της κοινωνίας βίου που αποφασίζουν δύο άνθρωποι. Μία Πολιτεία που απονέμει ή στερεί δικαιώματα με βάση τις προσωπικές προτιμήσεις του καθενός είναι μια Πολιτεία κουτσομπόλα, εκφράζει μια κοινωνία που έχει μέσα της τον ολοκληρωτισμό.

Είναι θλιβερό που τα όσα είπε ο σύντροφος του Μηνά Χατζησάββα επισκίασαν τις τιμές που οφείλαμε να του αποδώσουμε ως καλλιτέχνη, επισκίασαν την ιδιαιτερότητά του ως καλλιτέχνη που ξεχώριζε και το κουσούρι του ως τελειομανούς ηθοποιού. Είναι θλιβερό, διότι είμαστε ακόμη, ως κοινωνία, στο σημείο που τα λόγια αυτά έπρεπε να ειπωθούν και μάλιστα με αφορμή ένα θάνατο - επειδή ο Κώστας Φαλελάκης έπρεπε να αφήσει κατά μέρος, για ένα διάστημα, την οδύνη για το χαμό του ανθρώπου του, του άντρα του, προσπαθώντας να μας ταρακουνήσει ένα βήμα πιο μακριά από το Μεσαίωνα.

* Μου την δίνει που πρέπει να αποκαλούμε τον κ. Φαλελάκη «σύντροφο» του Μηνά Χατζησάββα. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητη η δυνατότητα να τον αποκαλούμε σύζυγο ή σύντροφο ή συμβίο και η διάκριση αυτή να ανταποκρίνεται σε επιλογή που θα ήταν διαθέσιμη και για το ζευγάρι αυτό.

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Oι φόροι, οι εισφορές και η κότα με τα χρυσά αυγά


Προκειμένου να διατηρηθούν με τη σημερινή τους μορφή το κράτος και το ασφαλιστικό σύστημα, αυτονόητη είναι η ανάγκη τους για τη διαρκή τροφοδότηση μέσω των φόρων και των εισφορών (μιας και τα ελλείμματα που καλύπτονταν με δανεικά μας τελείωσαν). Εάν δεν εισπραχθούν τα προϋπολογιζόμενα ποσά σε φόρους και εισφορές, το κράτος συνολικά αλλά και το ασφαλιστικό σύστημα ειδικότερα δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν σε βασικές τους υποχρεώσεις. Το κράτος, με τη σημερινή του μορφή επαναλαμβάνω, δεν θα μπορεί να κάνει προμήθειες και να καλύπτει μισθούς, ενώ το ασφαλιστικό σύστημα, εάν δεν μεταβληθεί η μορφή του, δεν θα μπορεί να καλύπτει συντάξεις και δαπάνες υγείας. Συνεπώς ή πρέπει να αλλάξει δραστικά το κράτος (και το ασφαλιστικό σύστημα) ή πρέπει να διασφαλισθεί η είσπραξη των φόρων και των εισφορών που θα το στηρίζουν.

Πώς όμως θα εισπράττονται επαρκείς φόροι και εισφορές, όταν το παραγόμενο προϊόν στη χώρα μειώνεται; Όταν τα εισοδήματα είναι μικρότερα, οι συναλλαγές λιγότερες; Με τη φορολόγηση άλλων στοιχείων, όπως της περιουσίας, καθώς και με την αύξηση των φορολογικών συντελεστών και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσεως. Αφήνοντας κατά μέρος το ερώτημα, εάν είναι δίκαιο να υποχρεώνονται οι πολίτες να πληρώνουν βαρύτερη φορολογία, για να συντηρούνται οργανισμοί που δεν αποφέρουν κάποιο όφελος για τον πολίτη, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι αποτελούν απλά εργαλεία για ρουσφετολογικές συναλλαγές (όπως ο Κρατικός – sic – Οργανισμός Εθελοντισμού «Έργο Πολιτών»), ανακύπτει ένα ακόμη πιο ουσιαστικό πρόβλημα: υπάρχει η πραγματική δυνατότητα να εισπραχθούν οι προϋπολογισθέντες φόροι και οι προϋπολογισθείσες εισφορές; Διότι εάν δεν μπορούν να εισπραχθούν, και μάλιστα στο χρόνο που πρέπει, τότε το σύστημα θα καταρρεύσει.

Την απάντηση την δίνει η ίδια η κυβέρνηση, αλλά και η πραγματικότητα. Επιβάλλει αυξημένους φορολογικούς συντελεστές ή φορολογεί απρόσοδη περιουσία συνεκτιμώντας ότι ένα σημαντικό μέρος των φορολογουμένων δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί. Για τους φορολογουμένους αυτούς έχει έτοιμες τις λύσεις: κατασχέσεις, ποινικές διώξεις κ.λπ. Το ίδιο ισχύει και για όσους δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές (ήδη υπολογίζονται σε 350.000 οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ που δεν έχουν τη δυνατότητα αυτή). Κι εκεί το ίδιο. Και, άντε, να πούμε ότι η κυβέρνηση στίβει, στίβει, στίβει, κάτι εισπράττει. Και όσους δεν πληρώνουν, να τα πρόστιμα, να οι φυλακές, να η επί δεκαετία στέρηση της φορολογικής ενημερότητας. Υπολογίζει η κυβέρνηση πόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού τίθεται εκτός της οικονομικής δραστηριότητας; Αντιλαμβάνεται ότι με τα πρόστιμα και τις φυλακίσεις δημιουργεί μια μη αναστρέψιμη κατάσταση για ένα πολύ σημαντικό, και όλο και αυξανόμενο, μέρος των επιχειρηματιών; Ότι έτσι θα συρρικνώσει δραστικά τη φορολογική και ασφαλιστική βάση; Ότι το επόμενο έτος κι άλλοι εναπομείναντες δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στις υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις (που ενδέχεται ν' αυξηθούν κι άλλο, για να αναπληρώσουν το κενό που θα αφήνουν όσοι τίθενται εκτός παραγωγής φέτος);

Μόνο κάποιος κακόπιστος θα αρνηθεί την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα, όχι η πεποίθηση κάποιων ούτε η ιδεολογία, είναι ότι στη σημερινή Ελλάδα το κράτος δεν μπορεί να διατηρηθεί ως έχει. Ούτε το ασφαλιστικό σύστημα. Εάν δεν αλλάξουν, πολύ σύντομα η οικονομία δεν θα μπορεί να παράγει τους φόρους και τις εισφορές που θα είναι απαραίτητες για τη συντήρηση είτε του κράτους, είτε του ασφαλιστικού συστήματος. Και η ίδια η πραγματικότης υποδεικνύει και την υποχρεωτική κατεύθυνση προς τη λύση: μείωση των δαπανών του κράτους, ώστε να υπάρχει περιθώριο για μείωση των φόρων. Κατάργηση των εισφορών, εξορθολογισμός του συνταξιοδοτικού συστήματος και του συστήματος για την κάλυψη των δαπανών υγείας. Όσοι αντιμετωπίζουν τους οικονομικώς ενεργούς συμπολίτες μας ως κότες που κάνουν χρυσά αυγά, θυμούνται ότι η παραγωγή των χρυσών αυγών σταμάτησε, μόλις σφάχθηκε η κότα.

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

Η τυρρανία της πλειοψηφίας και η οικουμενικότητα των δικαιωμάτων


- Για να μη διαλυθεί ο κοινωνικός ιστός, πρέπει το κράτος να μη μειώσει τα έξοδά του, αλλά να αυξήσει τη φορολογία στους πλουσίους.
- Η κοινωνία δεν είναι ώριμη, ώστε να επιτραπεί σε ομόφυλα ζευγάρια να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης.
- Δεν επιτρέπεται να αναφερόμαστε στα "Σκόπια" με τη συνταγματική τους ονομασία (ως Δημοκρατία της Μακεδονίας, όπως τους έχει αναγνωρίσει όλος ο υπόλοιπος κόσμος), επειδή θα πλήξουμε την πατρίδα.
- Δεν γίνεται να έχουμε τα καταστήματά μας ανοικτά την Κυριακή, επειδή τα μικρομάγαζα θα εξαφανισθούν προς όφελος των κακών πολυεθνικών.

Τα παραπάνω δεν είναι ευχολόγια, δεν είναι κοινωνικές συμβάσεις, δεν είναι επιθυμίες. Είναι σχεδόν στο σύνολό τους νομοθετημένα. Όταν η αρχή της πλειοψηφίας δεν έχει τον περιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων, τότε αποδεικνύεται στην πράξη ότι η πλειοψηφία δεν διστάζει να επιβάλλει τις ηθικές και άλλες επιλογές της στη μειοψηφία. Ή, ακόμη πιο αισχρά, να εκμεταλλεύεται τη μειοψηφία, να της κλέβει τον πλούτο. Α, και κάτι άλλο: προς υποστήριξη του καθενός από τα παραπάνω αιτήματα έχουν γίνει μαχητικές διαδηλώσεις (από βολεμένους συνδικαλιστές μέχρι καλόγερους με κομποσχοίνια).

Ο λαός λέει ότι "όποιος πονάει, γαϊδουρινά φωνάζει". Η πολιτική πράξη στη χώρα μας, τουλάχιστον μετά από τη Μεταπολίτευση, έχει αποδείξει το αντίθετο. Η πλειοψηφία διαμορφώνεται από τους φωνακλάδες. Φωνακλάδες όμως δεν είναι αυτοί που υποφέρουν, παρά είναι αυτοί που έχουν κάθε συμφέρον να αποφύγουν την αναλυτική συζήτηση, επειδή έχουν κάθε συμφέρον να αποκρύψουν ότι το αίτημά τους εν τέλει δεν ταυτίζεται με το "κοινό καλό" που συνήθως επικαλούνται, αλλά με το στενό προσωπικό τους συμφέρον (μια απλή επισκόπηση του ελληνικού "κοινωνικού κράτους" και της μεταφοράς πόρων από τους πιο φτωχούς στις πιο ευνοημένες συντεχνίες αποδεικνύει του λόγου το αληθές). Και το στενό προσωπικό συμφέρον υπηρετείται με την επιβολή της βουλήσεώς τους σε άλλους: αρπάζοντας όσα με μόχθο, με κόπους ζωής οι άλλοι έχουν κατακτήσει, για να τα οικειοποιηθούν οι ίδιοι - επιβάλλοντας ένα τρόπο συμπεριφοράς συμβατό με την επιβεβαίωση, ότι κάποιοι κατέχουν την εκ θεϊκής αποκαλύψεως αλήθεια κατ' αποκλειστικότητα - συντηρώντας μύθους και τεχνητές εντάσεις, για να δικαιολογήσουν τον προστατευτισμό που τους προφυλάσσει από τον πραγματικό ανταγωνισμό. Πρόκειται για διεκδίκηση της ευημερίας όχι με την ατομική ή συνεργατική (οικεία βουλήσει) προσπάθεια, αλλά διαμέσου του σχηματισμού και της επιβολής της πλειοψηφίας (με τον τρόπο που αυτή σχηματίζεται) επί της μειοψηφίας, της βούλησης ενός ανθρώπου επί της βούλησης ενός άλλου, με μόνη ουσιαστική δικαιολογία την ισχύ της αριθμητικής πλειοψηφίας. 

Η έννοια του ατομικού δικαιώματος χάνεται στον ολοκληρωτισμό. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η δημοκρατία δεν αποκλείεται να οδηγήσει στον ολοκληρωτισμό, ιδίως όταν η πλειοψηφία οδηγείται από αισθήματα όπως ο φθόνος και η μειονεξία. Η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην πραγματικότητα, ειδικά σε μία χώρα όπου δεν υφίσταται ουσιαστικός έλεγχος της εξουσίας, όπου λείπουν τα ουσιαστικά checks and balances, καταλήγει να είναι ζήτημα αυτοπεριορισμού της πλειοψηφίας. Η αναγνώριση των ατομικών δικαιωμάτων όχι μόνον ως τυπικών θεσμών, αλλά στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που θα σέβεται η εκάστοτε πλειοψηφία, καθίσταται όλο και περισσότερο επιβεβλημένη. Ποιος όμως είναι ο κοινός άξονας μιας τέτοιας αναγνώρισης; Ότι βασικά έννομα αγαθά, όπως η περιουσία, ο ερωτικός αυτοπροσδιορισμός/ η ιδιωτικότητα, η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία του επιχειρείν - μένουν έξω από τη σφαίρα της δημόσιας επιβολής (εκτός εάν, με κάποιον τρόπο, θίγουν τα αντίστοιχα αγαθά άλλων). Τα αγαθά αυτά όλα έχουν συνάφεια με την προσωπικότητα, με την ατομικότητα καθ' αυτήν και το κράτος οφείλει να μην επεμβαίνει σ' αυτά, αλλά και να τα προστατεύει από επεμβάσεις άλλων ιδιωτών. Και, βέβαια, δεν πρέπει να γίνονται παρανοήσεις, όπως όταν συγχέεται η ελευθερία του επιχειρείν ως δικαίωμα με την επίτευξη κέρδους, ως προσδοκία. Δεν μπορεί επ' ονόματι της επίτευξης κέρδους ενός επιχειρηματία το κράτος να θέτει περιορισμούς στην ελευθερία του επιχειρείν ενός άλλου.

Σε ένα τέτοιο κοινό άξονα, τα δικαιώματα που συνδέονται με την περιουσία και την οικονομική λειτουργία δεν μπορούν να διαχωρίζονται με δικαιώματα που συνδέονται με μη-αμιγώς οικονομικές λειτουργίες των ανθρώπων. Η προσωπικότητα του ανθρώπου, για ν' αναπτυχθεί ελεύθερα, για να έχουμε παραγωγικότητα και ευημερία, τα έχει ανάγκη όλα. Αλλά δεν πρέπει να διατηρείται και η άλλη σύγχυση, ότι δήθεν υπάρχουν δικαιώματα που απονέμονται μόνο σε κάποιες κατηγορίες ανθρώπων, στις γλωσσικές ή εθνοτικές μειονότητες, στους ομοφυλόφιλους, στους νέους κ.λπ. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι οικουμενικά - αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ολόκληρες κατηγορίες ανθρώπων που αδικαιολόγητα αποκλείονται από κάποια από αυτά, οπότε ο αγώνας για την άρση αυτού του παράνομου αποκλεισμού μπορεί σχηματικά να ονομασθεί ως αγώνας για τα δικαιώματα μιας συγκεκριμένης κατηγορίας. Έτσι, όταν κάποιος αγωνίζεται ώστε και τα ομόφυλα ζευγάρια να μπορούν να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης με έννομες συνέπειες που αναγνωρίζει η Πολιτεία, σχηματικά λέμε ότι αγωνίζεται για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Στην πράξη, όμως, δεν αγωνίζεται για την αναγνώριση ενός ειδικού δικαιώματος μιας ειδικής κατηγορίας ανθρώπων, προσδιορισμένων κατά τις ερωτικές τους προτιμήσεις, αλλά για να μπορούν και οι ομοφυλόφιλοι να μην αποκλείονται από ένα οικουμενικό δικαίωμα με πρόσχημα την ερωτική τους προτίμηση.

Και, τέλος, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει η φράση "η κοινωνία δεν είναι ώριμη για να ..." (που επίσης, κατά κανόνα, σχετίζεται με δικαιώματα που έχουν να κάνουν με σύγχρονες μορφές συμβίωσης ή σχηματισμού οικογένειας). Στην πράξη σημαίνει ότι η κοινωνία δεν έχει ακόμη αποδεχθεί ότι δεν έχει το απόλυτο δικαίωμα να ελέγχει τι κάνει κάποιος στο κρεββάτι του ή μέσα στο σπίτι του, με ποιον συζεί, με ποιον συνευρίσκεται ερωτικά και με ποιον χτίζουν κοινό σπιτικό. Πρόκειται για μια δικαιολογία που πρέπει να εξαφανίσουμε από το δημόσιο διάλογο, εκτός κι εάν προτιμούμε να ζούμε σε ένα τεράστιο χωριό, όπου η ζωή μας καθορίζεται από τους τοπικούς κουτσομπόληδες. 


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Αστυνομία: το φαίνεσθαι και το είναι

Μία είναι η απολύτως αναγκαία προϋπόθεση, για να αποφύγουμε την πολιτική και κοινωνική ανωμαλία, την εκτεταμένη βεντέτα και αυτοδικία: να πιστέψει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας ότι η συντεταγμένη Πολιτεία, και ειδικότερα η αστυνομία, έχει τη βούληση και την ικανότητα να επιβάλει το νόμο - και μάλιστα αντικειμενικά, αμερόληπτα. Ποιος θα πείσει κάποιον που νοιώθει απροστάτευτος από την αστυνομία ή και, ακόμη περισσότερο, δυνητικό θύμα της αστυνομικής αυθαιρεσίας να μη προσπαθήσει να βρει ο ίδιος το δίκαιό του; Είναι έργο που έχουμε ξαναδεί, και στο εξωτερικό και στη χώρα μας, με ολέθρια εξέλιξη.

Σήμερα διάχυτη είναι η πεποίθηση ότι η αστυνομία δεν είναι αμερόληπτη. Ότι ανέχεται επιλεκτικά ενέργειες από τη Χρυσή Αυγή - καταγγέλλονται επανειλημμένες πράξεις βίας κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας που συνάντησαν την αδιαφορία της αστυνομίας, περίεργη συμπεριφορά κατά τις διαδηλώσεις που φθάνει σε σημείο σύμπραξης μεταξύ αστυνομίας και Χρυσής Αυγής, εκτιμάται ότι τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας είναι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής κατά 50%, ενώ πολύ προφανές παράδειγμα είναι και η ανοχή που επεδείχθη στην κατάληψη στην Κακαβιά. Αν σ' αυτά προστεθούν και οι καταγγελίες για βία κατά μεταναστών εκ μέρους στελεχών της ίδιας της αστυνομίας, είναι σαφές ότι η αστυνομία, δικαίως μάλλον παρά αδίκως, δεν έχει την έξωθεν καλή μαρτυρία (όχι τόσο για το τι ψηφίζουν οι αστυνομικοί, όσο για τις υπόλοιπες πράξεις και παραλείψεις).

Η έλλειψη της έξωθεν καλής μαρτυρίας έχει και μια ακόμη δυσμενή συνέπεια: εμποδίζει συναισθηματικά και ηθικά τους πολίτες να συνδράμουν την αστυνομία στο έργο της, ειδικά όταν πρόκειται για την παρεμπόδιση επεισοδίων ή καταστροφών, καθώς δίνεται η εντύπωση ότι η αστυνομία εκμεταλλεύεται τις πληροφορίες που μπορεί να αντλήσει από τους πολίτες, για να μεροληπτήσει υπέρ της Χρυσής Αυγής και κατά των πολιτικών της αντιπάλων. Ο πολίτης που, υπό άλλες συνθήκες, θα συνεργαζόταν με την αστυνομία, θεωρεί ότι γίνεται σπιούνος, χαφιές, καρφί κ.λπ.

Αυτό πρέπει να αλλάξει. Σε μια συντεταγμένη Πολιτεία η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δεν είναι απλή θεωρητική άσκηση, αλλά προϋπόθεση για την ομαλότητα. Και, προκειμένου να θεμελιωθεί η εμπιστοσύνη αυτή, μετά από όλα αυτά, η αστυνομία είναι που πρέπει να αλλάξει και την εικόνα της, αλλά και τις μεθόδους της. Συνήθως αυτό σημαίνει περισσότερη διαφάνεια και περισσότερο εξωτερικό έλεγχο (όχι, όμως, στο βαθμό που θα θίγεται η υπηρεσιακή αυτοτέλεια της αστυνομίας). Ο έλεγχος μπορεί να είναι δικαστικός, κοινωνικός, τεχνολογικός (λ.χ. ανακρίσεις με βιντεοσκόπηση), η αστυνομία μπορεί να αναπτύξει συνεργασία με τις μεταναστευτικές κοινότητες, με συλλογικότητες, ο διάλογος πρέπει να αντικαταστήσει την καχυποψία. Σε πολύ πιο περίπλοκες καταστάσεις, με τεράστιες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ αστυνομικών και πολιτών και κοινοτήτων μεταξύ τους, έχουν εφαρμοσθεί με επιτυχία κάποιες από τις παραπάνω μεθόδους.

Φυσικά και οι αστυνομικοί δεν πρέπει να αντιμετωπισθούν από τις προϊστάμενες υπηρεσιακές και πολιτικές αρχές ως κατά τεκμήριο κακοί και διεφθαρμένοι. Αλλά αναγκαίο περιεχόμενο των ημερησίων διαταγών και της εκπαίδευσής τους πρέπει να είναι και η προσέγγισή τους στο σύνολο των πολιτών. Το καθήκον τους είναι να φροντίζουν για την τήρηση της νομιμότητας ανεξαρτήτως προσώπων - το ποινικό μας δίκαιο τυποποιεί πράξεις, όχι φρονήματα ή προσωπικές ιδιότητες. Γνωρίζουμε ότι το καθήκον αυτό είναι δύσκολο, επικίνδυνο και δεν αμείβεται όπως πρέπει. Αλλά, χωρίς να φταίνε πολλοί από τους αστυνομικούς, υπάρχει μια σχηματισμένη εικόνα από μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας εις βάρος τους. Είναι προς το συμφέρον τους, και προσωπικό και υπηρεσιακό, να την ανατρέψουν.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Κράτος δικαίου: ο στόχος του φασισμού

Τι σημαίνει "δέχομαι το κράτος δικαίου"; Σημαίνει ότι, ακόμη κι εάν ο χειρότερος εγκληματίας κάνει το χειρότερο έγκλημα εις βάρος του πιο αγαπημένου μου προσώπου, δεν πρόκειται να βγω παγανιά να τον πιάσω και να τον εκτελέσω (μόνος ή οργανώνοντας απόσπασμα), ούτε μια τρίχα του δεν θα πειράξω. Θα ζητήσω να το κάνει αυτό η Πολιτεία. Και αν η Πολιτεία, παρ' ελπίδα, τον απαλλάξει, θα το αποδεχθώ. Σημαίνει ότι ακόμη κι εάν ανήκω στη συντριπτική πλειοψηφία, σέβομαι τα θεμελιώδη δικαιώματα της μειοψηφίας, το δικαίωμά τους να έχουν άλλη θρησκεία ή καταγωγή ή ερωτική προτίμηση από μένα, να τους κάνουν ευτυχισμένους άλλα πράγματα από αυτά που κάνουν εμένα ευτυχισμένο. Δεν θα διανοηθώ να τους επιβάλω τις δικές μου αντιλήψεις.

Τι σημαίνει "αποδέχομαι την οχλοκρατία"; Σημαίνει ότι δεν με πειράζει να λυμαίνονται τη γειτονιά μου, την πόλη μου, τη χώρα μου συμμορίες -μαφιόζικες, πολιτικές, επαναστατικές, ιδεαλιστικές, δεν έχει σημασία- που αποφασίζουν οι ίδιες και εφαρμόζουν το δίκαιο, που είναι ταυτοχρόνως εισαγγελείς, αστυνομικοί, δικαστές και εκτελεστικά αποσπάσματα. Καλά, ποτέ δεν θα βγω να πω "αποδέχομαι την οχλοκρατία" ή κάτι τόσο στομφώδες. Θα πω, όμως, "καλά κάνουν τα παιδιά, τα πνίγει το δίκαιο". Θα φωνάξω, ενδεχομένως, τα καλόπαιδα αυτά να επανορθώσουν μιαν αδικία που θεωρώ ότι υπέστην ο ίδιος, να αποδώσουν δικαιοσύνη. Θα αδιαφορήσω επειδή ασκούν λίγο περισσότερη βία από την απαραίτητη, "έλα μωρέ τα παιδιά, σιγά, για καλό το έκαναν". Δεν θα με πειράξει που θα τα βάλουν με τίποτε περιθωριακές ομάδες - ξένους, αλλόθρησκους, αλλοδαπούς, ομοφυλόφιλους. "Τι θέλουν κι αυτοί και ζουν ανάμεσά μας; Δεν πάνε κάπου αλλού, να κάνουν τα δικά τους";

Σε κάποιες άλλες χώρες, όπως ήδη ξέρουμε, κάποιοι αποδέχθηκαν την οχλοκρατία και φρόντισαν να καπαρώσουν θέσεις, ώστε να είναι με την πιο δυνατή συμμορία. Μελανοχίτωνες, πορεία προς τη Ρώμη - εγκαθιδρύθηκε από μία συμμορία ο φασισμός. Σε δέκα χρόνια περίπου το ίδιο έργο επαναλήφθηκε στη Γερμανία. Καθιερώθηκε ο εθνικοσοσιαλισμός. Βία, τσαμπουκάς, στην αρχή, μεγαλύτερη ή μικρότερη νομιμοποίηση μέσω εκλογών ενίοτε, κατάλυση των δικαιωμάτων όσων δεν ανήκαν στις συμμορίες εν τέλει. Συντάγματα, ατομικά δικαιώματα, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, ό,τι συγκροτεί το κράτος δικαίου, όλα αυτά αντιμετωπίσθηκαν ως αφόρητες τυπικότητες.

Η οχλοκρατία είναι το όπλο των φασιστών (ανεξαρτήτως ειδικότερου "ιδεολογικού" προκαλύμματος). Στο τέλος θα φέρει αλληλοσφαγή και εμφύλιο, μέχρις ότου επικρατήσει μία μερίδα με τη βία - και πιο πολλές πιθανότητες έχει η μερίδα που εκπαιδεύει στρατιωτικά τα μέλη της σε θερινές κατασκηνώσεις. Και δεν αντιμετωπίζεται παρά μόνο μέσα από τους θεσμούς, αυτές τις "αφόρητες τυπικούρες" που συγκροτούν το κράτος δικαίου. 

Οι στιγμές είναι κρίσιμες, επειδή η ένταση, το μίσος, αλλά και η ταραχή και η στενοχώρια στην είδηση ότι ένας συνάνθρωπός μας δολοφονήθηκε, πιθανότατα για πολιτικούς λόγους, μπορεί να πυροδοτήσουν ένα νέο γύρο αυτοδικίας, συγκρούσεων, οχλοκρατίας. Ο φερόμενος ως δράστης πρέπει να δικασθεί, τυχόν εμπλοκές πολιτικού κόμματος πρέπει να διερευνηθούν και τα αποδεικτικά στοιχεία να προσκομισθούν σε δικαστήριο και η καταδίκη να γίνει μόνον εάν υπάρχει βεβαιότητα περί την ενοχή των κατηγορουμένων. Από το φυσικό του δικαστή, χωρίς να πάρουμε εμείς το νόμο στα χέρια μας, χωρίς να θελήσουμε οι ίδιοι να απονείμουμε δικαιοσύνη. Η ανάγκη για νηφαλιότητα μεγάλη όσο ποτέ - εάν χάσουμε την ψυχραιμία μας, εάν συμβάλουμε στην κατάλυση του κράτους δικαίου, τότε οι φασίστες θα έχουν πετύχει το στόχο τους. Η εγκαθίδρυσή τους στην εξουσία θα είναι απλώς θέμα χρόνου.

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Προσοχή! Το ΑΕΠ παραπλανά!

Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (στο εξής ΑΕΠ) είναι μια απλουστευτική αποτύπωση του μεγέθους που έχει η οικονομική δραστηριότητα μέσα στα όρια ενός κράτους. Επισήμως είναι "η συνολική αξία, σε χρηματικές μονάδες, των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια χώρα σ' ένα συγκεκριμένο έτος" (ορισμός από το σχολικό βιβλίο, που διάβασα εδώ και επιβεβαίωσα και αλλού - άλλως αποτυπώνεται ως "ιδιωτική κατανάλωση + ακαθάριστο σύνολο επενδύσεων + δημόσιες δαπάνες, πλην μεταβιβαστικών, + εξαγωγές - εισαγωγές" - διαβάστε εδώ την ιστορία και τη χρήση του ΑΕΠ ως οικονομικού μεγέθους). Όπως κάθε απλούστευση, έχει τη δυνατότητα συνοπτικά να δώσει, σε επίπεδο τάξεως μεγέθους, μια σοβαρή ένδειξη για την κίνηση μιας οικονομίας. Παράλληλα, όμως, η προσκόλληση στο συγκεκριμένο δείκτη ενδέχεται ν' αποκρύπτει τις ιδιαιτερότητες μιας οικονομίας, όπως της ελληνικής, και, ακόμη περισσότερο, να οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα και ατυχείς αναλογίες, όταν χρησιμοποιείται σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη άλλων οικονομιών.

Πρόκειται για θέμα που, προφανώς, δεν θίγεται για πρώτη φορά σ' αυτή την ανάρτηση - διαβάστε, χαρακτηριστικά, αυτό το άρθρο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Mises. Όμως έχει ενδιαφέρουν να τεθούν κάποιοι προβληματισμοί για τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ και τη χρήση του στη συζήτηση στη χώρα μας. Ήδη από τον ορισμό και τον τρόπο υπολογισμού του ΑΕΠ μπορεί κανείς ν' αντιληφθεί μια στρέβλωση στην εκτίμησή του στη χώρα μας: προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία μιας υπηρεσίας ή ενός προϊόντος που παράγεται στη χώρα μας, ανατρέχουμε στην τιμή, με την οποία αυτό αγοράζεται. Προκειμένου να υπολογίσουμε την αξία των υπηρεσιών του Δημοσίου ουσιαστικά αθροίζουμε τους μισθούς που δίνει το Δημόσιο - ανεξαρτήτως του ουσιαστικού αντικρίσματος των υπηρεσιών αυτών στην κοινωνία. Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι η παραγωγικότητα του Δημοσίου είναι τόση, όσες και οι δαπάνες που αυτό πραγματοποιεί - μια προφανώς αυθαίρετη υπόθεση, δεδομένου ότι η "τιμόλογηση" των υπηρεσιών του Δημοσίου δεν γίνεται σε συνθήκες αγοράς, αλλά αποδεικνύεται στην πράξη και διαχρονικά (μιλώντας για την Ελλάδα) ότι στηρίζεται στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων είτε από τη φορολόγηση, είτε από τον εξωτερικό δανεισμό. Πρέπει, αντιστοίχως, να επισημανθεί ότι για την εύρεση του ΑΕΠ δεν υπολογίζεται η δαπάνη για συντάξεις, καθώς αυτές περιλαμβάνονται στις λεγόμενες "μεταβιβαστικές πληρωμές", αυτές, δηλαδή, που γίνονται χωρίς να αντιστοιχούν σε παραγωγή.

Να λοιπόν που ήδη σε μια οικονομία, κατά βάση κρατικιστική, μπορεί να δοθεί ένα παράδειγμα στρεβλής παρουσίασης της πορείας του ΑΕΠ: στη χώρα μας οι δαπάνες για μισθοδοσία των δημοσίων υπαλλήλων ή για επιχορήγηση νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίες επίσης καταλήγουν σε μισθούς των υπαλλήλων τους, ξεπερνούν τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ - και συμβάλλουν στο ονομαστικό ΑΕΠ της χώρας μας, το οποίο υπολογίζεται σε περίπου 185 δισεκατομμύρια ευρώ για το 2013. Η μισθοδοσία αυτή, δηλαδή, αντιστοιχεί σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10% του ΑΕΠ. Ας πούμε ότι, μέσα σε ένα χρόνο (ή και σε περισσότερα), ποσοστό των  υπαλλήλων που αντιστοιχεί σε 10% της συνολικής μισθοδοσίας, ήτοι 2 δισεκατομμύρια, έβγαιναν στη σύνταξη και δεν γίνονται προσλήψεις για να καλυφθούν τα κενά, πράγμα που βιώνουμε τα τελευταία δύο-τρία χρόνια. Κάτι τέτοιο από μόνο του συνεπάγεται μείωση του ΑΕΠ κατά πάνω από 1%, η οποία απλώνεται χρονικά στο διάστημα, κατά το οποίο οι δημόσιοι υπάλληλοι (ας πούμε 150.000, όπως βεβαιώνει η κυβέρνηση ότι μειώθηκαν τα τελευταία χρόνια) γίνονται συνταξιούχοι και παύουν να λαμβάνουν μισθό (που υπολογίζεται για την εύρεση του ΑΕΠ) και αρχίζουν να λαμβάνουν σύνταξη (που δεν προσμετράται για τον υπολογισμό του ΑΕΠ). Φαινομενικά, δηλαδή, η συνταξιοδότηση υπαλλήλων αφ' εαυτής συνεπάγεται ύφεση (= μείωση του ΑΕΠ) επειδή, σύμφωνα με τη θεωρία, μειώνεται αναλόγως και η παραγωγικότητα του Δημοσίου. Προσωπικά δεν διαπίστωσα αύξηση της παραγωγικότητας του Δημοσίου το 2009 σε σχέση με το 2004, διάστημα κατά το οποίο αυξήθηκε ο αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων κατά 170.000 περίπου, ούτε κάποια μείωση της παραγωγικότητας μεταξύ 2010 και σήμερα, που έχουν συνταξιοδοτηθεί περί τους 150.000 υπαλλήλους.
 
Αλλά αυτό είναι μάλλον ήσσονος σημασίας παράδειγμα - κάπως ενδεικτικό, όμως, της παραπλανητικής χρήσης των όρων "ύφεση" και "ανάπτυξη" αποκλειστικά ως όρους που καταδεικνύουν τη μείωση ή την αύξηση του ΑΕΠ. Εάν δεχθούμε, όπως σ' αυτό το άρθρο, ότι ανάπτυξη είναι ουσιαστικά μόνο η βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων μιας οικονομίας, η "ανάπτυξη" που βίωσε η χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες είναι μάλλον πλασματική ή, για να το θέσουμε αλλιώς, η εικόνα που έδινε η αύξηση του ΑΕΠ μέχρι και το 2007 (σημειωτέον ότι ήδη το 2008 είχε μειωθεί ελαφρώς και μειώθηκε κατά 3,8% το 2009) για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν παραπλανητική.
 
Παρόμοια παραπλάνηση μπορεί να προκύψει, όταν χρησιμοποιείται το ΑΕΠ της χώρας μας συγκριτικά με το ΑΕΠ άλλων οικονομιών, κυρίως για να προσδιορισθούν ως ποσοστό του ΑΕΠ είτε δαπάνες, είτε έσοδα του κράτους σε σύγκριση με άλλες χώρες που θεωρούμε παραδείγματα οικονομικών που λειτουργούν καλά. Ειδικά στα έσοδα, πολλές φορές γίνεται σύγχυση ανάμεσα στην επιβάρυνση ως ποσοστό του ΑΕΠ και την επιβάρυνση των πραγματικά παραγωγικών δραστηριοτήτων. Κατ' αρχάς, δεν αποτυπώνεται στο ΑΕΠ ο λόγος του οικονομικώς ενεργού πληθυσμού σε σχέση με τον μη-ενεργό πληθυσμό (άνεργοι, συνταξιούχοι, ανήλικοι κ.λπ.). Περαιτέρω, το ΑΕΠ αποτυπώνει το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας, των πωλουμένων προϊόντων ή παρεχομένων υπηρεσιών, χωρίς να διακρίνει μεταξύ της ουσιαστικής χρηστικότητάς τους ή, ακόμη περισσότερο, μεταξύ της δυνατότητάς τους να οδηγήσουν σε εισροές συναλλάγματος ή τις ανάγκες τους για εκροές συναλλάγματος - ή, όπως λέγεται περισσότερο επιστημονικά και αναλύεται σ' αυτό το άρθρο από τον κ. Χρήστο Ιωάννου, μεταξύ του τομέα διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών και υπηρεσιών και του τομέα μη διεθνώς εμπορευσίμων αγαθών.
 
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκω σ' αυτό εδώ το άρθρο. Ο συγγραφέας του θέλει ν' αποδείξει ότι η φορολογική επιβάρυνση στη χώρα μας δεν είναι και πολύ σπουδαία - ούτε και η δαπάνη μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων. Και για να το κάνει αυτό, ανάγει τα αντίστοιχα νούμερα σε ποσοστό επί του ΑΕΠ, το οποίο συγκρίνει στη συνέχεια με τα ποσοστά άλλων, ανεπτυγμένων κρατών. Αν όμως ίσχυαν αυτά που αναφέρει ως συμπέρασμα ο κ. Μανόλης Βασιλάκης παραπάνω, η χώρα μας θα είχε σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ και θα προσείλκυε άμεσες ξένες επενδύσεις. Ωστόσο, δεν ισχύουν - επειδή το ΑΕΠ δεν αποτυπώνει τις προαναφερθείσες διακρίσεις. Η φορολογική επιβάρυνση (εξαιρώντας τη φορολογία επί της ακινήτου περιουσίας) δεν επιβαρύνει το σύνολο του πληθυσμού, αλλά κυρίως την παραγωγική βάση η οποία είναι, στην Ελλάδα των 1.500.000 ανέργων, των 3.000.000 συνταξιούχων και των 1.000.000 υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημοσίου τομέα (για να μη προστεθεί και τουλάχιστον 1.000.000 ελευθέρων επαγγελματιών που υπολειτουργούν), ιδιαιτέρως περιορισμένη. Είναι δηλαδή ιδιαιτέρως σοβαρή για κάποιον που επενδύει - καθώς η συρρίκνωση της φορολογικής βάσεως και η ανάγκη διατήρησης σε υψηλά επίπεδα των φορολογικών εσόδων ("ανάγκη", όπως την αντιλαμβάνεται η παρούσα κυβέρνηση, δηλαδή) κατ' ανάγκην συνεπάγεται την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης της φορολογικής βάσεως που διαρητείται.
 
Περισσότερο από το ΑΕΠ πρέπει να μας απασχολεί η πραγματική παραγωγική βάση της οικονομίας μας. Ενδεχομένως, το πιο ενδεικτικό μέγεθος για την υγεία της παραγωγής και της οικονομίας μας είναι το εμπορικό ισοζύγιο ή, συνεκτιμώντας και την οικονομία συνολικότερα, το ισοζύγιο πληρωμών. Αυτό υπολογίζεται για πρώτη φορά, μετά από 40 χρόνια, ότι θα είναι φέτος αρνητικό κατά μόλις 0,5% επί του ΑΕΠ. Ακόμη κι εδώ, όμως, είναι απαραίτητες οι διευκρινίσεις που δίνονται σ' αυτό το άρθρο του κ. Κώστα Καλλίτση: η μείωση του ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών οφείλεται κυρίως στη μείωση των τόκων και των εισαγωγών, όχι από κάποια σπουδαία αύξηση των εξαγωγών. Επιπλέον, η διάρθρωση της οικονομίας καθιστά τις εξαγωγές δυσκολότερες, καθώς οι περισσότερες εξαγωγικές δραστηριότητες, κατά 65%, είναι προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ η αξία των εισροών που απαιτούνται, προκειμένου να παραχθεί ένα προϊόν που πρόκειται στο τέλος να εξαχθεί, κυμαίνονται από το 35% μέχρι το 85% της αξίας του προϊόντος.
 
Τα παραπάνω προβλήματα δεν αποτυπώνονται στο ΑΕΠ. Η χώρα μας, δυστυχώς, έχει πολλές ιδιαιτερότητες, που καθιστούν παραπλανητικό το ΑΕΠ ως ένδειξη για την ανάπτυξη ή την ύφεσή της, πολύ περισσότερο για τη σύγκρισή της με άλλα, περισσότερο επιτυχημένα, οικονομικά μοντέλα. Χωρίς αυτό να ακυρώνει την αξία του ΑΕΠ, είναι ανάγκη η δημόσια συζήτηση να αφιερώνεται λίγο περισσότερο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής παραγωγής - έτσι θα περιγραφούν καλύτερα τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και οι ελλείψεις της ελληνικής παραγωγικής δραστηριότητας και, αντίστοιχα, θα γίνει αντιληπτός και ο ρόλος που έχει παίξει το κράτος στην καταβαράθρωση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.